Ξεκίνησα στα δεκαπέντε μου και θα συνεχίσω για μια αιωνιότητα

του Κώστα Α. Κρεμμύδα

Σώματα πτερόεντα! Αναμφίβολα προκλητικός και αναπόδραστα υπονομευτικός της κοινής αίσθησης και του κοινού νου ο τίτλος του καλαίσθητου βιβλίου και του συνάμα προκλητικού λογοτεχνήματος της Ευθυμίας Γιώσα από τις εκδόσεις Σοκόλη. Καλαίσθητο, διότι, αν και γνωρίζουμε το ρητό de gustibus non disputandum est, είναι απολύτως αναγκαίο και απαραίτητο σε μία εποχή κρίσης, δηλαδή κυριολεκτικά ασχήμιας –ετυμολογικά, η έλλειψη σχήματος και απουσία μορφής– να επισημαίνεται ότι στα χέρια μας κρατάμε ένα όμορφο βιβλίο, με μορφή ευχάριστη και σε σχήμα απολαυστικό, με ένα εξαιρετικό εξώφυλλο και με μία γραμματοσειρά που σε προκαλεί και σε προσκαλεί να αφήσεις ως αναγνώστης το βλέμμα σου να τη χαϊδέψει. Επίσης, πρόκειται για βιβλίο με μία άψογη επιμέλεια και με τον δαίμονα του τυπογραφείου απόντα. Και αυτό είναι η ύψιστη πρόκληση σε μία εποχή της ταχύτητας και της σπουδής με την έννοια της βιασύνης και όχι με την έννοια της μελέτης.

Μόνος σημαίνει να αποκοιμιέσαι μ’ ένα τριαντάφυλλο στο χέρι και το πρωί να μετράς τις εκδορές από τ’ αγκάθια. Να προφέρεις μεγαλόφωνα τις λέξεις «οδύνη», «τρέλα», εαυτός σαν να πρόκειται να κριθεί η παράταση της απελπισίας σου από τις σπίθες που θα πετάξουν. [ ] 

Μόνος σημαίνει να υπογράφεις συνθήκες ειρήνης με την κλειδαριά, τον νιπτήρα, τον καθρέφτη, το πεζοδρόμιο. Πότε να στήνεις και πότε να καταργείς σταθμούς διοδίων. να επανεξετάζεις συνεχώς τα όρια ταχύτητας. Να λαχανιάζεις στις κατηφόρες και στις ανηφόρες να κουβαλάς κολοκύθες που έχουν υποσχεθεί αν γίνουν άμαξες…

Μόνος 

Δεύτερη ποιητική συλλογή της νεαράς Ηπειρώτισσας Βιολόγου. Δυο παρατηρήσεις: οι Βιολόγοι έχουν ροπή στην καλλιτεχνία. Οι Ηπειρώτες άπαντες έχουν τεράστια συνεισφορά στην καλλιτεχνία και είναι ιδιαιτέρως αγαπητοί: Μαρακατσέλης, Σόρογκας, Θ. Παπαγιάννης, Κυριάκος Ρόκος, Β. Παπαϊωάννου, Δάλλας, Λίτσα Ντάτση, Τάσος Πορφύρης, Παναγιώτης Νούτσος, Θανάσης Τζούλης Βασίλης Σταύρου… Σταματώ εδώ γιατί ο κατάλογος μακρύς και οι αγαπημένοι Ηπειρώτες άπειροι. Και βέβαια τα ηπειρώτικά μοιρολόγια έχουν την τιμητική τους στο πρώτο μόλις ποίημα της συλλογής «Εθιμοτυπικές επισκέψεις»: 

   Το χθεσινό φάντασμα προτίμησε κουαντρό κι οριστικά άρθρα.

  Καθίσαμε στην αυλή. Μου είπε για τα μαθήματα παλαιογραφίας που έχει ξεκινήσει. Για τον παρατονισμό των ευχών και τις εκπομπές περικάρδιων ρύπων. Το άκουγα κολακευμένη.

  Τα μάτια του κοκκίνιζαν πότε πότε από τον καπνό κι εγώ σκεφτόμουν πόσο όμορφα και συνετά θα μπορούσε να κλάψει. «Αύριο», φώναξε, «τα κατηγορήματα θα έχουν αλλάξει». «Εμένα με νοιάζουνε τα υποκείμενα», του απαντώ.

  Ήταν αργά όταν συνόψισε τα χιλιόμετρα που είχε κάνει στο βουνό – στην κορυφή σταμάτησε μόνο γι να δέσει τα λυμένα του κορδόνια.

  Διανυκτέρευσε στον αριστερό μου πνεύμονα. Το πρωί που ξυπνήσαμε ανέβηκε στον λάρυγγα σαν ηπειρώτικο μοιρολόι.

 Λόγος κοφτός, σαφής, υψιπετής: «Δεν γράφω πια. Έχω φορέσει τη στολή του μελισσοκόμου και περιμένω τις κυψέλες να βουίξουν» Έκφραση δωρική. Επαναστατημένη: «Δεν πιστεύω ούτε στα σχέδια. Πατάω πάνω σε μια δοξαστική αποτυχία για να ρίξω πέτρες στην άλλη πλευρά του τοίχου. [ ]  Αγνοώ την εποχή, τους όρους και τα κόλπα…» Πλάνα και αφηγήσεις. Διεξοδικά διαρθρωμένοι στίχοι με οικονομία και ενάργεια. Κάθε τι τοποθετείται στη θέση του δημιουργώντας έκπληξη και θαυμασμό στον αναγνώστη. Κοινωνική ευαισθησία δίχως μεγαλοστομίες. Τα δύσκολα υπολανθάνουν με απόλυτη καθαρότητα. Σκεφτόμουν Ν. Καρούζο κι ενίοτε Σαχτούρη. Πάντως το βιβλίο αφιερώνεται/ παραπέμπει εξαρχής στο ποίημα «Οι δίκαιοι» του Χ.Λ. Μπόρχες δηλαδή σε ανθρώπους και συμβάντα καθημερινά: σε αγρότες, αγγειοπλάστες, στοιχειοθέτες, σε μια γυναίκα κι έναν άντρα που διαβάζουν τις τελευταίες στροφές ενός ποιήματος, σ’ αυτόν που νιώθει ευγνωμοσύνη γιατί υπάρχει η μουσική στον κόσμο…, τέλος σε κάποιον που προτιμά να ’χουν δίκιο οι άλλοι. Όλοι αυτοί οι άγνωστοι μεταξύ τους έχουν σώσει τον κόσμο. Και προφανώς τον απτό, πέραν της Εδέμ, κόσμο της Ευθυμίας Γιώσα.

Μια ξεχωριστή ουσιαστική ποιητική προσπάθεια. Τίποτε δεν παραλείπεται, τίποτε δεν περισσεύει. Όλα λειτουργούν αρμονικά και σε οδηγούν στην απόλαυση. Από τις καλύτερες φετινές ποιητικές παραγωγές. «Δύσκολα γλιτώνεις αν δεν ξέρεις να πετάς», γράφει η Γιώσα, γνωρίζοντας καλά πως όντως πατά καλά στην ποίηση: «Μόνο εκεί θέλω να υπάρχω.  χωρίς νίκες και ισόβιο χρυσό».

Πρώτη δημοσίευση: (ηλεκτρονικός) Μανδραγόρας, 11 Νοεμβρίου 2021