Το σώμα και ο θάνατος

του Κώστα Τσιαχρή

Σώματα πτερόεντα! Αναμφίβολα προκλητικός και αναπόδραστα υπονομευτικός της κοινής αίσθησης και του κοινού νου ο τίτλος του καλαίσθητου βιβλίου και του συνάμα προκλητικού λογοτεχνήματος της Ευθυμίας Γιώσα από τις εκδόσεις Σοκόλη. Καλαίσθητο, διότι, αν και γνωρίζουμε το ρητό de gustibus non disputandum est, είναι απολύτως αναγκαίο και απαραίτητο σε μία εποχή κρίσης, δηλαδή κυριολεκτικά ασχήμιας –ετυμολογικά, η έλλειψη σχήματος και απουσία μορφής– να επισημαίνεται ότι στα χέρια μας κρατάμε ένα όμορφο βιβλίο, με μορφή ευχάριστη και σε σχήμα απολαυστικό, με ένα εξαιρετικό εξώφυλλο και με μία γραμματοσειρά που σε προκαλεί και σε προσκαλεί να αφήσεις ως αναγνώστης το βλέμμα σου να τη χαϊδέψει. Επίσης, πρόκειται για βιβλίο με μία άψογη επιμέλεια και με τον δαίμονα του τυπογραφείου απόντα. Και αυτό είναι η ύψιστη πρόκληση σε μία εποχή της ταχύτητας και της σπουδής με την έννοια της βιασύνης και όχι με την έννοια της μελέτης.

Στη δική του «Νέκυια» [μια εμμονή τον τελευταίο καιρό με τα του  θανάτου] μικρο-ραψωδία, το σώμα-αφηγητής της  Ευθυμίας Γιώσα κατεβαίνει, χωρίς την τύχη της επιστροφής  του ομηρικού Οδυσσέα, στο βασίλειο του προσωπικού του Άδη και τυπώνει  το οπισθόφυλλο της κάποτε ύπαρξης, τώρα ανυπαρξίας του. Με μια διάθεση περίπου απολογητική αλλά καθόλου ηττοπαθή. Περισσότερο παρατηρεί με τη ματιά ενός μεταφυσικού φυσιοδίφη παρά θρηνεί την αποσύνθεσή του. Καταγράφει  τα πρώτα λεπτά, περιγράφει την εμπειρία  του  άχρονου, του άτοπου και του άυλου, συγγράφει τα απομνημονεύματα των αισθήσεων που σβήνουν, εγγράφει στη σκιά  του τη  γραμματική  του χάους, διαγράφει στο τέλος  περιγράμματα–καλούπια–μεγέθη. Προδίδει ακόμη και την αφηγηματική του βούληση, διακηρύσσοντας  με τόλμη τη  ματαιότητα μιας τέτοιας καταδυτικής εξομολόγησης.

ΤΟ  ΣΩΜΑ  ΚΑΙ Ο  ΘΑΝΑΤΟΣ  

Έπεσα στο  ελώδες σκοτάδι της συνομοταξίας  του απείρου. Γύρω μου επιπλέουν λίγα λευκά νούφαρα, αλλά δεν μπορώ να τα φτάσω. Στην πραγματικότητα , δεν μπορώ καν να κουνηθώ. Πολλοί ισχυρίζονται ότι στην κατάσταση που βρίσκομαι  πλέον είναι αδύνατον να αισθανθώ οτιδήποτε, όμως εγώ κρυώνω. Τα μέλη μου μοιάζουν να έχουν αποσυναρμολογηθεί, όπως εκείνα τα παιχνίδια που κάποτε κρατούσα στα χέρια μου . 

Δεν μπορώ ν’ ανοίξω το στόμα μου. Τα χείλη μου έχουν κολλήσει  το ένα με το άλλο, σαν δυο πέτρες που ούτε ο  Γολιάθ  δεν θα ήταν ικανός  να ξεχωρίσει. Αλλά  και τα μάτια μου δεν είναι ίδια με πριν . Έχουν κάτι παράξενο αυτοί οι άλλοτε φωτισμένοι  κρατήρες του ορατού. Η ίριδα ξεθωριάζει ώρα  με την ώρα, ώσπου  θα γίνει  ένας  ξεβαμμένος κύκλος  στη μέση  του οφθαλμού. 

Στ’ αυτιά μου, πιστέψτε με, φτάνει μια μπερδεμένη μελωδία. Ακούω μια βουή  να έρχεται με  το Εξπρές  του Παρελθόντος. Το πεντάγραμμο γεμίζει  με φωνές, με γέλια  και κλάματα, με ακαθόριστους ήχους που έχασαν διά παντός την ευκαιρία να  καθοριστούν. Αναγνωρίζω μία δεσπόζουσα, μείζονα συγχορδία. Πλανώμαι οικτρά, δεν είναι δεσπόζουσα . Ούτε στη μείζονα  κλίμακα εντοπίζεται. Πώς θα  γινόταν εξάλλου να διεκδικήσω  τη δεσπόζουσα και τη μείζονα, όταν για χρόνια κατέφευγα στην ελάσσονα και  την υποδεέστερη λύση; Αποσυρόμουν στη σιωπή από φόβο, παρά τις εξαγγελίες μου ότι δήθεν αυτή μου η απόφαση αποτελεί δείγμα ωριμότητας και θάρρους. Πάντως , θέλω να σας διαβεβαιώσω: τούτη εδώ τη στιγμή, η οποία βρίσκεται  για μένα  έξω από  τον χωροχρόνο των ζωντανών, ακούω καθαρά τα πάντα  και, αν μπορούσα, θα έκανα μία τομή στο προσωπείο της  σιωπής. Ακούω τα λόγια και τους λυγμούς σας, τα μυρμήγκια που ανηφορίζουν και κατηφορίζουν στα χωμάτινα  βουναλάκια, τον θρήνο μιας πεταλούδας για το σπασμένο της φτερό, την ανάσα μιας αρκούδας που ξυπνά, το σύρσιμο των σκουληκιών. 

Πόσο επιθυμώ να μιλήσω. Οι  φωνητικές μου χορδές  όμως πάγωσαν  σαν τους σταλακτίτες και τους σταλαγμίτες  των σπηλαίων. Αυτό που άλλοτε  ευχόμουν να είχε συμβεί  σε στιγμές  ψυχικής έντασης, ν’ αντιστεκόταν η φωνή στο  θυμικό που την προκαλούσε, τώρα με πληγώνει σαν προσβολή. Μα τι σημασία έχουν από  εδώ και στο εξής οι  λέξεις που χρησιμοποιώ; «Προσβολή», «ταπείνωση», «αδικία». Απορώ πού βρίσκω  τη διάθεση αυτή την ώρα  για τέτοιου είδους αστεία, αφού όλα όσα κάποτε μου προκαλούσαν ποικίλα συμπτώματα δυσφορίας, έχουν γίνει καπνός  μαζί με μένα.

Διανύω ήδη, όντας ολότελα ακίνητο, τα πρώτα χιλιόμετρα στο Τίποτα. Προχωράω όλο και πιο βαθιά στο έρεβος του Αγνώστου   ψάχνοντας μιαν απάντηση στα τόσα ερωτήματα που με βασάνιζαν τότε . Προς το παρόν η ραχοκοκαλιά  μου θρυμματίζεται μ’ υπομονή  και σύνεση από το βάρος  των αιώνων  που στοιβάζονται επιμελώς  πάνω μου. Σπρώχνονται ποιος θα καθίσει πρώτος  , σαν να ’ναι  μικρά παιδιά  που περιμένουν ανυπόμονα  στη σειρά  για παγωτό ή γλειφιτζούρι. Η αλήθεια είναι  ότι περίμενα έναν  μεγαλύτερο βαθμό σοβαρότητας  και σεβασμού  από την αιωνιότητα . Αλλά για εκείνη δεν είμαι παρά ένα καινούριο θήραμα, ένα τρόπαιο που θα παίξει μαζί του στην αρχή κι ύστερα  θα το βαρεθεί και θα το παρατήσει στη γωνιά μαζί με τ’ άλλα, λιωμένα στο καμίνι του δογματισμού της , τρόπαια. Βαδίζω, όντας ολότελα στάσιμο, στο διαστημικό  μονοπάτι του νέφους που με κυκλώνει. Τυλίγεται γύρω μου σαν πύρινος  κισσός  και φλέγομαι  με μια φλόγα αόρατη. Ψηλαφίζει τον λαιμό μου, κατεβαίνει στο στέρνο, ψαχουλεύει τη σταματημένη μου καρδιά κι εξαφανίζεται. Εξάλλου, γιατί ν’αναλάβει αυτή το άχαρο έργο της εξαφάνισής  μου  απ’ τη στιγμή  που άλλοι, περισσότερο ικανοί, είναι σχεδόν έτοιμοι να ξεκινήσουν το ανακυκλωτικό τους έργο , όπως κάνουν εδώ και  χιλιετίες  με τόσα και τόσα σώματα;

Όλοι εσείς οι ισοβίτες της ύλης που πέφτετε θριαμβευτές στο φθαρτό πεδίο της εγκόσμιας μάχης, βετεράνοι της αντοχής και λιποτάκτες  της επιθυμίας, συνταχθείτε σιμά μου. Παραταχθείτε δίπλα στα άκαμπτα μέλη μου και κρατήστε μου συντροφιά. Ας κάνουμε  μαζί μια βουβή διαμαρτυρία  ενάντια στο μικρότερο  μόριο, το μικρότερο άτομο του άπιαστου Είναι μας , για το οποίο μοχθήσαμε τον καιρό της ύπαρξης  δίχως αποτέλεσμα. Ελάτε  να διεκδικήσουμε τον ζόφο που ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία του  καθενός μας. Εγώ, για παράδειγμα, απαιτώ  ένα βελούδινο σκοτάδι, επιφυλακτικό και με κατανόηση, να μιμηθεί το φως που αγαπώ. Άλλα  σώματα  ζητούν  σκοτάδια  σκληρά  και ανελέητα  να τ’ αρπάξουν  στον βυθό τους εν είδει ασύλου. 

Η ακαμψία μου προοδευτικά μεγαλώνει. Θα ’λεγε κανείς ότι είμαι μια ανθρωπόμορφη, εγγαστρίμυθη πέτρα, όμως κάθε άλλο  παρά με άσπαστη πέτρα μοιάζω. Φέρνω περισσότερο σε μια φέτα ψωμιού που μπαινοβγαίνουν από τις σχισμές της ψίχας της  προνοητικά υμενόπτερα, καθιστώντας την το επιούσιο γεύμα τους. 

Μέχρι εδώ ήταν, αποχωρώ από αυτή τη μάταιη, μεταθανάτια πρόζα μου. Μη δώσετε καμία σημασία σε όσα είπα. Ήταν μονάχα ένας  σωρός από φευγαλέες λέξεις που όμως θα ’θελα πολύ να ριζωθούν στην κινούμενη άμμο κάποιας  βεβαιότητας. 

Πρώτη δημοσίευση: Φιλολογικές Ματιές, 9 Απριλίου 2021