Οι φωτογραφίες

Όταν ο γιος μου μεγάλωσε κι άρχισε να καταλαβαίνει –έτσι συνηθίζουνε να λένε, αλλά εγώ πιστεύω, στα κρυφά, ότι πλήρη συνείδηση για τη ζωή έχουμε προτού μεγαλώσουμε και καταλάβουμε– είχε μια μανία να ψάχνει στα συρτάρια για παλιές φωτογραφίες. Στην αρχή ξεκίνησε μ’ εμένα και τον πατέρα του. Μας έστηνε ακίνητους απέναντί του, έπειτα τέντωνε το χέρι του – στο οποίο κρατούσε κάποια παλιά μας φωτογραφία– δίπλα από το πρόσωπό μας και μας περιεργαζόταν για ώρα. Πότε γελούσε με τις διαφορές –ή τις ομοιότητες– που διαπίστωνε, πότε ξεφυσούσε σαν κάποια μεγάλη θλίψη ή μια μεγάλη απορία να τον είχε κυριέψει, πότε τον έπιαναν τ’ αναφιλητά και μας παρατούσε σύξυλους για να κλάψει μόνος στο δώματιό του και πιο σπάνια έπιανε τις μπογιές με το μπλοκ ζωγραφικής του και μας έφτιαχνε από την αρχή, όπως εκείνος νόμιζε ότι μας ταίριαζε να φαινόμαστε.

Για έναν καιρό σταμάτησε αυτή του τη συνήθεια κι είπαμε κι εμείς πως ήταν απλώς μια φάση και πάει, πέρασε κι ότι θα μπορούσαν πια κι οι φωτογραφίες να κιτρινίσουν με την ησυχία τους. Όμως εκείνος επανήλθε με μεγαλύτερη όρεξη και κάθε μέρα επεδίωκε – σαν να τον είχε βάλει το φάντασμα του Νίτσε – να πηγαίνει όλο και πιο πίσω. Ζήτησε φωτογραφίες του πεθερού μου απ’ όταν ήτανε μωρό, έπειτα του προπάππου του και πατέρα του πεθερού μου κι έφαγε διπλή μερίδα φαγητό το μεσημέρι όταν η μαμά μου του έφερε μία με την προγιαγιά της, που ούτε εκείνη πρόλαβε να γνωρίσει.

Να μην σας τα πολυλογώ, το δωμάτιό του είχε μετατραπεί σε φωτογραφικό αποθετήριο. Κολλημένες με σελοτέιπ στα παράθυρα, κάτω από έναν μεγεθυντικό φακό, στο ντουλάπι με τις κάλτσες, ανακατεμένες με παζλ, στο κρεβάτι, στο τετράδιο της ορθογραφίας, πάνω στους δέκα αρκούδους και στις ράγες μιας αμαξοστοιχίας. Έβρισκες παντού φωτογραφίες. Μερικές φορές, πριν φύγει για το σχολείο, κλείδωνε το δωμάτιο κι έπαιρνε μαζί του το κλειδί.

Ώσπου ένα βράδυ, σχεδόν μισό χρόνο απ’ όταν ξεκίνησε το φωτογραφικό παραλήρημα, ήρθε στην κρεβατοκάμαρα που κοιμόμασταν, μας ξύπνησε και μας ανακοίνωσε ότι έχει αφήσει έξω από την πόρτα τρεις σακούλες με όλες τις φωτογραφίες. Ζήτησε να τις κρύψουμε σ’ ένα ασφαλές και δροσερό μέρος, γιατί εκείνο το ίδιο βράδυ ένα ξενυχτισμένο, περιπλανώμενο τσακάλι είχε επιχειρήσει να τις φάει «ελλείψει άλλων σκουπιδιών, αμφιβίων κι εντόμων», όπως είχε την ευγένεια να τον ενημέρωσει.

Κατόπιν τούτων, περιμαζέψαμε τις φωτογραφίες, τις κλείσαμε στο κουτί πρώτων βοηθειών και τον νανουρίσαμε λέγοντάς του ότι το τσακάλι είναι ένα ζώο παρεξηγημένο και υπό διωγμό και πως θα πρέπει να πεινούσε πολύ για να θέλει να φάει το παρελθόν. Αποκοιμήθηκε σχετικά εύκολα και το άλλο πρωί –σαν να είχε πάθει μερική απώλεια μνήμης– ζήτησε να τον βγάλουμε μια φωτογραφία.

Πρώτη δημοσίευση: Bibliothèque, 31 Ιανουαρίου 2018