Η μπαλάντα του Τόμυ Σέλμπυ

Το αγόρι, ξέρεις, είχε αυτό το κάτι. Ήταν ένα από ’κείνα τα παιδιά που τριγυρνάνε, τόσο θαρραλέα κι αθόρυβα, πίσω απ’ τα νυσταγμένα βλέφαρα. Ποτέ δεν έβγαζε ούτε κιχ που δε σκόπευε ν’ ακούσεις. Σαν ένα επίμονο βλέμμα από πίσω, όταν γυρνάς κι είναι εκεί. Ωστόσο, για πλάκα, κι όχι για να σε κλέψει, θα ερχόταν με το μπαστούνι μέσα από την ομίχλη – όχι για να σε κλέψει, μόνο για να σε τρομάξει και να σε κάνει να γελάσεις. Δε μοιάζει με τ’ αγόρια της γειτονιάς του, που φορούν μεταχειρισμένες μπότες. Περπατώντας ξυπόλυτο και μόνο, καπνίζοντας τα περαστικά σύννεφα, θα έλεγε κάτι ήρεμα κι εσύ θ’ αναλογιζόσουν: «Αυτός ο νεαρός, αυτό το παιδί· τι κατοικεί εντός του; Εκείνο το βλέμμα. Τι να περιμένει, αυτό το αγόρι, ο Τόμυ;» Κάποτε, για να σώσει ένα άλογο, έδειρε με μπαστούνι έναν μεθυσμένο. Χρειάστηκε να τους χωρίσουν, ειδάλλως ο άντρας θα ήταν νεκρός. «Πάρτε τον από ’δω. Έχει φίλους αυτός ο άντρας», ψιθύρισαν.

Έτσι, ήρθε το 1915 και κατατάχτηκε και πήγε όπου του είπαν. Το αγόρι είχε αυτό το κάτι, και το επίμονο βλέμμα και τα βλέφαρα σάλπαραν με το πλοίο για να πολεμήσουν εκατομμύρια άλλα παιδιά κι όλοι τους τράβηξαν κλήρο να δουν ποιοι πέθαναν τελικά. Και το παιδί επέστρεψε στην πατρίδα, γνωρίζοντας ότι όλοι κείτονταν εκτός από τα άλογα. Είπε μεγαλόφωνα: «Εγώ είμαι το άλογο κι εγώ τα χαλινάρια, αλλά θα κόψω τα γαμημένα χαλινάρια και θ’ αφήσω το άλογο να τραβήξει τον δρόμο του. Γιατί τίποτα απ’ όσα μου έδειξες δε με έκανε να πιστέψω σε κάτι. Οπότε, θα μαζέψω τ’ αδέρφια μου, να στοιχηματίσουμε τις ψυχές μας και να τις χάσουμε. Έτσι, καίμε όλες τις γέφυρες, καίμε το παρελθόν και θ’ ανακοινώσουμε στα καθάρματα ότι αυτή είναι μια καινούρια μέρα». Κι όταν ο κακόμοιρος στρατιώτης, που θα επιστρέψει, δε θα εγκαταλείψει το όπλο του και θα το στρέψει στον πατέρα, στο φάντασμα, στον γιο, επειδή καμία από τις προσευχές σου δε σώθηκε από τις αναθυμιάσεις, μπορείς να πάρεις τα γαμημένα σου μετάλλια και να τα χώσεις στον κώλο σου.

Εγώ βρισκόμουν ήδη κάτω από το χώμα, επομένως τι στον διάολο; Σαν ποντίκι ή σαν υποδήλωση της τελευταίας αποτυχίας. Βλέπεις, κάτω από τα κύματα της λάσπης πας να ψαρέψεις αυτό που επιπλέει και το πρώτο πράγμα που καταλαβαίνεις είναι ο ήχος των ρουκετών από ένα φορτηγό. Η γη από πάνω σου τρέμει σαν μεδούλι. Αφουγκράσου και σκέψου: «Περίμενε». Εκτοξεύεται, μετά πέφτει. Ζωντανός. Γαμώτο. Και κανείς δε σε ξεθάβει μόνο και μόνο για να σε θάψει ξανά, γιατί είσαι ήδη κάτω από το χώμα, αυτό ήταν το τυχερό σου. Σου έγραψε γραμματάκι η Πόλυ κι εσύ προσπάθησες να μη σηκώσεις το βλέμμα έως ότου κάποιος σφυρίξει και ξεράσεις το κουράγιο σου πάνω σ’ έναν κυβερνητικό μπάτσο.

Θυμάσαι τότε που τα άλογα είχαν μικρές ψυχές. Τώρα χορεύουν στη λάσπη και στους πλημμυρισμένους λάκκους και, κουβέντα στην κουβέντα, τα τσάκωσαν απ’ τον θόρυβο. Κανείς δε βγαίνει ζωντανός απ’ αυτό, αποχαιρέτα τ’ αγόρια. Και λες μαλακά: «Στο κρύο καταχείμωνο». Έπειτα, σαν από θαύμα, σε οδηγούν στην πατρίδα –στο μέρος όπου συνήθιζες να είσαι– και ο μπάρμαν λέει: «Τόμυ, άκουσα ότι πέθανες. Αλλά, τέλος πάντων, τι θα πάρεις;». Κι εσύ λες: «Θα ’θελα μια γαμημένη εξήγηση» ή, δεν πειράζει, «Μόνο ένα σφηνάκι ουίσκι». 

Εκείνος λέει: «Έτρεξες;» Εσύ λες: «Όχι. Έσκαψα μια τρύπα. Βγήκα απ’ αυτή μονάχα επειδή κάποιος ήθελε να σώσει όσους δεν τουφεκίστηκαν». Το θέμα δεν ήταν τι άξιζες, αλλά τι έπαιρνες. Κι εγώ βγήκα από την τρύπα και μπήκα σε μία Mercedes Benz και πήγα σ’ ένα μέρος όπου η παλιά ηθική τελειώνει. Έγινα ο στρατιώτης των επιζώντων αγνοουμένων, ο βασιλιάς κι ο φύλακας του λησμονημένου παρελθόντος. Ποτέ ξανά να μη θυμάμαι τίποτα εκτός απ’ ό,τι πρέπει ν’ επακολουθήσει. Ποτέ μη με συγχωρήσεις για όσα έκανα έπειτα. Ήρθα μέσα από την ομίχλη, ένα νυσταγμένο παιδί.

Χαιρετισμούς από το μέτωπο,

Τόμυ Σέλμπυ

* Την «Μπαλάντα του Τόμυ Σέλμπυ» έγραψε ο σεναριογράφος της σειράς Peaky Blinders, Steve Knight.Η μετάφραση στηρίχτηκε στην απαγγελία του Cillian Murphy την οποία μπορείτε να βρείτε εδώ.

Πρώτη δημοσίευση: Σαλιγκάρι, 18 Μαΐου 2020