Μια γεωγραφία λέξεων

Στα τριάντα ένα ποιήματα της ποιητικής συλλογής του Πορφύρη, γίνονται τριάντα μία απόπειρες μετάβασης από τη μνήμη στο παρόν κι από τις αισθήσεις στ’ ακροδάχτυλα της πράξης. Περιγράφονται τριάντα ένας τρόποι διατύπωσης της ποιητικής αλήθειας. Βέβαια, ο Πορφύρης ξέρει ότι ένα σώμα δεν μπορεί να κινηθεί προς όλες τις κατευθύνσεις από τις οποίες του ασκείται κάποια δύναμη, γι’ αυτό και αθροίζει τις τριάντα μία συνιστώσες σε μία κοινή συνισταμένη: τη γεωγραφία.Δημιουργείται, έτσι, ένα χωροχρονικό αποθετήριο αναμνήσεων, διαπιστώσεων, παραπόνων –υπό την έννοια της νοσταλγίας–, παραδοχών, αλλά και παιχνιδισμάτων (οι έχοντες την αίσθηση του χιούμορ, σίγουρα θα εκτιμήσουν την «Ενέδρα» ή τη «Δεκαετία του ’90») που «ενώνει εποχές και γκρεμούς» (σελ. 19). Αλλά, ποια είναι αυτή η ιδιότυπη γεωγραφία, η προσωπική και καθολική, η γνώριμη και άγνωστη, που αποτελεί το κέντρο βάρους των ποιημάτων; 

Κατά πρώτον, δίνονται σαφείς ηπειρώτικες συντεταγμένες μέσω της χρήσης της ηπειρώτικης διαλέκτου («χαψιά», «πιάκαμαν το κιντόι», «λιάσα», «μπάμπω», «πατούνες», κ.ά.), έτσι ώστε η πατρίδα του ποιητή να ξεδιπλώνεται στίχο τον στίχο, σελίδα τη σελίδα. Σ’ αυτή την περίπτωση, οι λέξεις έχουν προεξάρχουσα θέση – το «μπαγκράτσι», λόγου χάρη, αποτελεί ξεχωριστή οντότητα μέσα στο ποίημα, είναι συμβάν, ταυτόχρονα σημαίνον και σημαινόμενο. Πέραν της διαλέκτου, η Ήπειρος είναι και το Πάπιγκο, οι Ρομπάτες (ή Μερόπη), το Κομπότι και τα τόσα άλλα τοπωνύμια που μαρκάρουν τον χάρτη της «Ισόβιας θλίψης». Κατά δεύτερον, υπάρχει μια περιδίνηση από το παρόν στο παρελθόν και αντιστρόφως, τέτοια που, ορισμένες στιγμές, φαίνεται να δημιουργείται μια ουδέτερη ζώνη μεταξύ των δύο χρόνων, όπου εκεί ξαποσταίνει, ισορροπώντας, ο ποιητής. Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό ποίημα συνιστά ο «Γορμός» (σελ. 19). Σ’ αυτό το κομμάτι ποιητικής… γης, ο λυρισμός και ο ρομαντισμός συναντούν τον ρεαλισμό και ενίοτε την πικρή ειρωνεία. Κατά τρίτον, επιχειρείται ένας καθορισμός των συνόρων της ποίησης, όπως ο Πορφύρης την αντιλαμβάνεται. Έτσι, ήδη με το εισαγωγικό ποίημα «Το διπλό σονέττο» κι αργότερα με άλλα, όπως η «Απόπειρα θεματικού ανθολογίου», περιγράφεται το κλίμα στο οποίο εκείνος κρίνει ότι ευδοκιμεί ο ποιητικός λόγος.

Ο ποιητής φτιάχνει μία γωνιά μ’ αυτή τη συλλογή ποιημάτων. Ένα μέρος απόσυρσης, αλλά και δράσης, έρωτα και θανάτου, άρνησης και αποδοχής, παιδικότητας κι ενηλικίωσης. Με συγκεκριμένη εφόρμηση (Ήπειρος), δίνει χώρο στη χρονική υπόσταση και οριοθετεί την τέχνη του. Το ενδιαφέρον είναι ότι αφήνει περιθώριο στον αναγνώστη να συνθέσει τη δική του γωνιά και να την κατοικήσει με τον τρόπο που «ξέρει και μπορεί». Οι λέξεις του Πορφύρη δεν περιορίζουν τη γεωγραφία, παρά τη διευρύνουν έως την ατοπία.

Πρώτη δημοσίευση: Αναγνώσεις στην Κυριακάτικη Αυγή, 29 Μαρτίου 2020