Μια επιστολή που ο Ταμπούκι ξέχασε να ταχυδρομήσει

Χθες το βράδυ, μόλις ένιωσα να μου λείπεις, την ίδια κιόλας στιγμή, κατέβασα από το πατάρι το τηλεσκόπιο, το έστησα στον κήπο κι άρχισα να σε παρατηρώ. Ο ουρανός περιστρεφόταν ζαλισμένος γύρω από τα χείλη σου.

Σε φαντάζομαι να ετοιμάζεσαι να σκίσεις το γράμμα, όμως περίμενε λίγο ακόμη, σου υπόσχομαι ότι θα σου πω πότε είναι η κατάλληλη στιγμή να το κάνεις. Προς το παρόν, πίστεψέ με, ανάμεσα στα δόντια, βρήκα σφηνωμένους δυο αστέρες – έσβησαν αμφότεροι πάνω στη ράχη της γλώσσας σου.

Φλύαρος. Ναι, είμαι φλύαρος, πάντα ήμουν. Κι εσύ με άκουγες χωρίς να με διακόπτεις. Ακόμη κι όταν σου μιλούσα για κάτι που θεωρούσες τετριμμένο και βαρετό. Ό,τι είναι δηλαδή κι αυτό το γράμμα. Μία μπανάλ απόπειρα εντυπωσιασμού με λίγη στάχτη και αλκοόλ. Αν το σκεφτείς, τα πάντα είναι, λίγο πολύ, μπανάλ – ή, τουλάχιστον, καταλήγουν να γίνονται.

Χθες το βράδυ δεν ήταν η πρώτη φόρα που κατέβασα το τηλεσκόπιο από το πατάρι, το έστησα στον κήπο κι άρχισα να σε παρατηρώ. Για την ακρίβεια, κατεβάζω το τηλεσκόπιο από το πατάρι, το στήνω στον κήπο και σε παρατηρώ εδώ και μήνες. Φτάνεις στα μάτια μου με την ταχύτητα του κατεπείγοντος. Αρκετές φορές επιχείρησα απλώς να σου τηλεφωνήσω – επίτηδες άλλαζα το τελευταίο ψηφίο κι ένιωθα μια ανακούφιση όταν δεν αναγνώριζα τη φωνή στο ακουστικό. Ήθελα να σε ακούσω, αλλά τυχαία. Ήθελα να σε δω, αλλά τυχαία.

Και συνέβη, απροσδόκητα, μία κατά τ’ άλλα συνηθισμένη νύχτα. Δε χρειάζεται να σου δώσω λεπτομέρειες για το σκηνικό, τις ξέρεις ήδη. Βέβαια, για να είμαστε ειλικρινείς, το σκηνικό δεν είναι ποτέ ίδιο. Θα είμαστε πάντα εκείνο το Παράδοξο του Ζήνωνα, εμείς Αχιλλέας και το σκηνικό χελώνα, και θα νομίζουμε πως τρέχουμε γρηγορότερα, όμως εκείνο θα μας προσπερνάει. Κι έπειτα, είναι κι αυτός ο Άγγλος που σου αρέσει και μας έχει προειδοποιήσει εδώ και χρόνια: «Ιt takes all the running you can do, to stay in the same place». Αλλά εμείς, λίγο αγέρωχοι και λίγο εξαπατημένοι, λίγο γνώστες και λίγο ανίδεοι, προχωρούσαμε και προχωρούμε μ’ ένα φίλτρο θαμπώματος στην τσέπη. Ίσως και να μη γίνεται αλλιώς. Ίσως να μην αντέχαμε αν δε θολώναμε λιγάκι τις γωνίες. Όμως, πρέπει να σου γράψω ότι στο γκρι παλτό έχει αρχίσει να ξηλώνεται ένα κουμπί κι ας μην το νιώθω ακόμη να χαλαρώνει. Στο πτυσσόμενο σκαμπό που χρησιμοποιώ για τραπεζάκι έχει αρχίσει να φθείρεται η επιφάνεια κι ας μου φαίνεται ολόιδιο με χθες. Στον δίσκο με τα Impromptus του Schubert έχει προστεθεί μια γρατσουνιά κι ας μην την ακούσω έως ότου σταματήσω να τον βάζω να παίζει.

Δεν ξέρω πλέον τι σου γράφω. Δεν ήθελα να μελαγχολήσεις, ήθελα μόνο να γοητευτείς. Όπως γοητεύομαι κι εγώ, σχεδόν κάθε βράδυ, από τα φωτόνια του κορμιού σου που πέφτουν πάνω στα μάτια μου· από το νεφέλωμα της ανάσας σου που με διαπερνά· από το σκοτάδι σου – πεπλατυσμένο και φιλόξενο. Τώρα, λοιπόν, είναι η κατάλληλη στιγμή να περιστρέψεις το χαρτί, να βάλεις το ένα χέρι αριστερά και το άλλο δεξιά και, πιέζοντας λίγο παραπάνω τους δείκτες και τους αντίχειρες, ν’ αρχίζεις να το σκίζεις. Έχεις επιλογές: να το σκίσεις αργά ή γρήγορα –απολαμβάνοντας ταυτόχρονα τον ήχο του σκισίματος–, στα δύο, στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι, θυμωμένα, γελώντας, ενοχικά.

Αρκεί να φτάσει ως εσένα. Γιατί αυτό το γράμμα πολύ φοβάμαι ότι θα ξεχάσω να το ταχυδρομήσω.

Πρώτη δημοσίευση: Σαλιγκάρι, 24 Νοεμβρίου 2020