Μια αδίστακτη Κωμωδία

Στη μία άκρη η Κόλαση, στην άλλη ο Παράδεισος και στη μέση ένα Καθαρτήριο, να σκαλίζει τα της υπάρξεως. Μα τόσο απλά, θα πει κανείς, είναι τα πράγματα στην Κωμωδία των Στίγκα και Ευαντινού; Αλίμονο κι αν ήταν, θα απαντήσω, αλλά έπρεπε να κάνω μια αρχή γι’ αυτή την ποιητική παραμυθία που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Άγρα.

Παίρνοντας αφορμή από τη Θεία Κωμωδία του Δάντη, οι δύο ποιητές έφτιαξαν και μας παρέδωσαν: α) μια ποιητική συλλογή, β) ένα ερμηνευτικό λεξικό, γ) έναν αλφαβητικό κατάλογο, δ) όλα τα παραπάνω. Η (πιο) σωστή απάντηση τολμώ να πω ότι είναι ένα κρυφό ε), ήτοι μια ποιητική καταγραφή, με αλφαβητική σειρά, όλων εκείνων των λημμάτων που συνιστούν, πάνω κάτω, τη ζωή του καθενός από εμάς. Γιατί τι άλλο είναι η δεύτερη ενότητα του βιβλίου, υπό τον τίτλο Καθαρτήριο, αν όχι η περιγραφή της ίδιας της ζωής, αυτής της παρένθεσης μεταξύ της ανυπαρξίας που προηγείται και της άλλης ανυπαρξίας, που έπεται; Η έκταση, δε, αυτής της μεσαίας ενότητας είναι εμφανώς μεγαλύτερη και άνιση σε σχέση με εκείνη τόσο της πρώτης (Κόλαση) όσο και της τελευταίας (Παράδεισος) ενότητας, κι ίσως, συν τοις άλλοις, να είναι η συγκεκριμένη απόφαση των Στίγκα-Ευαντινού, μια πρώτη απόπειρα να βγάλουν τη γλώσσα στον χρόνο.

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι βγάζουν τη γλώσσα πολλές φορές. Αρχικά, στους ίδιους τους εαυτούς τους, γιατί έτσι αρμόζει σε όσους σκαλίζουν: να γίνονται πρώτα εκείνοι χάλια με τα χώματα. Έπειτα, στον αναγνώστη. Μετά, στους πολλούς. Κι ύστερα, στους περισσότερους, κι από εκεί, στην ύπαρξη καθαυτή. Πριν προχωρήσω σε πιο πρακτικά ζητήματα, θέλω εξαρχής να διευκρινίσω κάτι, το οποίο και θα αναπτύξω στην αμέσως επόμενη παράγραφο. Πρόκειται για ένα πυκνό βιβλίο, θέλω να πω ότι δεν ξεμπερδεύεις μαζί του εύκολα. Λόγου χάρη, στο ποίημα Πίστη (του Στίγκα), διαβάζουμε: «Μια ζαριά / σωστά ριγμένη στον στρόβιλο» – χωρίς τελεία, παρακαλώ, και σημειώστε ότι δε λείπει γενικά, εκτιμώ πως λείπει ειδικά και στοχευμένα. Για εμένα αυτό το ποίημα είναι ένα καλό (και… εύπεπτο) δείγμα τού πόση επεξεργασία χρειάζεται κάθε σελίδα αυτού του βιβλίου από τον αναγνώστη. Σε αρκετές συσκευασίες τροφίμων υπάρχει κάποια πρόταση σερβιρίσματος. Λοιπόν, για την Κωμωδία, σας έχω πρόταση ανάγνωσης: ένα ποίημα την ημέρα το οποίο θα φέρνετε στο μυαλό σε άσχετες στιγμές, επιχειρώντας διαφορετικούς τρόπους προσέγγισής του.

Οι δύο ποιητές σηκώνουν τα μανίκια και κάνουν χιούμορ (ποίημα Δεκαοχτούρα του Στίγκα: «Το μήλο της έριδος / ανάμεσα σε μαθηματικούς και ορνιθολόγους. / Πάντως η ίδια, συνεχίζει / και να πετά και να πολλαπλασιάζεται / με απόλυτη επιτυχία», αλλά και ο Κόκορας του ίδιου), ειρωνεύονται, πάντα με τη δέουσα σοβαρότητα η οποία αρμόζει στην ειρωνεία που σέβεται τον εαυτό της (ποίημα Διαζύγιο του Ευαντινού: «Είδος εδώδιμου μανιταριού / τόσο όμοιου με δηλητηριώδες / που μετά τη βρώση του / αγωνιάς πότε θα τα τινάξεις» καθώς και τα έξοχα Πεταλούδα και Σαμποτέρ του Στίγκα), κεντούν τη νοσταλγία –κυρίως με μια γλυκιά πικρία, κάποτε και με αμηχανία– (ωραία δείγματα η Γομολάστιχα και η Οικογένεια του Ευαντινού), τοποθετούνται πολιτικά με τόλμη και χωρίς περιστροφές (βεβαίως και θα αναφέρω το ποίημα Μολότωφ του Στίγκα και τη Φιλανθρωπία του Ευαντινού, αλλά για τη γράφουσα πολιτικά είναι και τα Ψίχουλα), αναποδογυρίζουν τις έννοιες – ξέρουν καλά τον σουρεαλισμό του ρεαλισμού και τον ρεαλισμό του σουρεαλισμού, κι αυτό μόνο αν διαβάσετε το βιβλίο θα διαπιστώσετε ότι δεν είναι ένα λεκτικό πυροτέχνημα εκ μέρους μου.

Όσο για τα γλωσσικά συμβάντα σε αυτό το ποιητικό παιχνίδι –διότι, σας προειδοποιώ, οι δύο ποιητές, έχουν βάλει τις πληγές τους στο τρενάκι του λούνα παρκ, κάνοντάς τες μια γιορτή, έστω κι αν η χαρά δεν είναι χαρά αλλά χαρμολύπη–, χάνει κανείς το μέτρημα. Ενδεικτικά αναφέρω ορισμένα: «Η αίσθηση της ταυτότητας καταρρέει / στα ανοιχτά τοπία / και στα λευκά σεντόνια» [Λεγεώνα (των ξένων) του Στίγκα], «Λένε, ότι άμα δοκιμάσεις άστρο μια φορά, / μετά δεν σταματάς, δεν σταματάς με τίποτα» (Σημαιοφάγος του Στίγκα), «Πίσω από κάθε τελειότητα, υπάρχει πάντα ένα καθίκι» (Τελειότητα του Ευαντινού).

Η γλώσσα που χρησιμοποιούν είναι στακάτη, μοντέρνα, συγκινητικά ποιητική σε ορισμένα σημεία («μια γλώσσα φτιαγμένη από το πέταγμα των γερανών» από τα Ερείπια του Ευαντινού), με διάθεση… αμφίεσης, δηλαδή ενίοτε ντύνεται ένα ύφος δοκιμιακό, λίγο πιο απρόσωπο, κάποτε και λίγο… χύμα και μάγκικο, ωστόσο ο σκοπός παραμένει πάντα ο ίδιος: να χτυπήσουμε κέντρο, να βρούμε κατευθείαν στον στόχο. Κι είναι φορές που δεν τους αρκεί ούτε αυτό: σηκώνονται ξαφνικά, πηγαίνουν στο ταμπλό και βγάζουν με δύναμη το βέλος που μόλις έχουν ρίξει.

Αδίστακτο, ίσως αυτός είναι ο πιο κατάλληλος χαρακτηρισμός για το συγκεκριμένο βιβλίο. Και ευφυές, αυτό το διαπιστώνει κανείς πολύ εύκολα, κατ’ αρχάς λόγω της σύλληψης του όλου ποιητικού εγχειρήματος. Επίσης, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι δεν το έγραψε ο Στίγκας μόνος του, για παράδειγμα. Σε κάποια λήμματα, όπως είναι η έννοια της πίστης ή της τελειότητας, υπάρχουν δύο (ποιητικοί) ορισμοί, συνεπώς, αν μη τι άλλο, είναι κι ένας διάλογος με τον Άλλον, αυτό τον μυστηριώδη Άλλο.

Θα κλείσω με ένα σχόλιο για την έκδοση, λέγοντας ότι πρόκειται για ένα στιβαρό βιβλίο. Όσον αφορά το περιεχόμενο, έθιξα, ακροθιγώς, κάποια ζητήματα για να γίνει και σ’ εσάς σαφής αυτή η στιβαρότητα. Μορφολογικά, αρκεί να το πιάσετε στα χέρια σας, να το φυλλομετρήσετε και θα καταλάβετε τι εννοώ.

Έχουμε ανάγκη από τέτοια ποιητικά βιβλία τα οποία μοιάζουν με… τυφλοπόντικες: ανοίγουν δρόμους στα σκοτεινά.

Πρώτη δημοσίευση: Αναγνώσεις στην Κυριακάτικη Αυγή, 28 Νοεμβρίου 2021