Με κομμένη την ανάσα

του Γιώργου Παπαδημητρίου

Σώματα πτερόεντα! Αναμφίβολα προκλητικός και αναπόδραστα υπονομευτικός της κοινής αίσθησης και του κοινού νου ο τίτλος του καλαίσθητου βιβλίου και του συνάμα προκλητικού λογοτεχνήματος της Ευθυμίας Γιώσα από τις εκδόσεις Σοκόλη. Καλαίσθητο, διότι, αν και γνωρίζουμε το ρητό de gustibus non disputandum est, είναι απολύτως αναγκαίο και απαραίτητο σε μία εποχή κρίσης, δηλαδή κυριολεκτικά ασχήμιας –ετυμολογικά, η έλλειψη σχήματος και απουσία μορφής– να επισημαίνεται ότι στα χέρια μας κρατάμε ένα όμορφο βιβλίο, με μορφή ευχάριστη και σε σχήμα απολαυστικό, με ένα εξαιρετικό εξώφυλλο και με μία γραμματοσειρά που σε προκαλεί και σε προσκαλεί να αφήσεις ως αναγνώστης το βλέμμα σου να τη χαϊδέψει. Επίσης, πρόκειται για βιβλίο με μία άψογη επιμέλεια και με τον δαίμονα του τυπογραφείου απόντα. Και αυτό είναι η ύψιστη πρόκληση σε μία εποχή της ταχύτητας και της σπουδής με την έννοια της βιασύνης και όχι με την έννοια της μελέτης.

Τι ακριβώς μπορεί να ειπωθεί και να γραφτεί για μία ταινία – μέλος της πιο εκλεκτής ελίτ; Εκείνης της χούφτας δηλαδή ταινιών που άλλαξε τον τρόπο που φτιάχνεται, βλέπεται και γίνεται αντιληπτό το σινεμά. Το 1959, ο ομφάλιος λώρος με το  παραδοσιακό και την πεπατημένο κόβεται οριστικά και αμετάκλητα. Μία νέα γλώσσα αρθρώνει τις πρώτες τις λέξεις με στόμφο και αγριάδα. Ληξιαρχική πράξη γέννησης του ρεύματος της γαλλικής nouvelle vague (νέο κύμα) και εμβατήριο εφόδου του μοντερνισμού στην έβδομη τέχνη. Ο Ζακ Λυκ Γκοντάρ άφησε τους απανταχού σινεφίλ Με κομμένη την ανάσα.

Ποια ήταν όμως ακριβώς τα σημεία τομής που εισήγαγε ο Γκοντάρ και χάρισαν στο ντεμπούτο του μία θέση στο κινηματογραφικό πάνθεον; Καταρχάς και καταρχήν, η πλήρης αποκοπή από τις συμβάσεις της κλασικής αφήγησης, η οποία έπνιγε μία τέχνη που πάσχιζε να ανεξαρτητοποιηθεί από όλα τα σημεία αναφοράς της (το θέατρο, τη λογοτεχνία, τις προφορικές παραδόσεις). Ένα απλό, στα όρια του απλοϊκού για να πούμε την αλήθεια, σενάριο μετατρέπεται με συνοπτικές διαδικασίες σε ένα αναρχικό ποίημα, σε ένα σύμβολο αποδέσμευσης και ελευθερίας. Η προσχηματική πλοκή αφήνει επιτέλους το πεδίο ορθάνοιχτο στον αυτοσχεδιασμό και τον αυθορμητισμό, τα υποτιθέμενα βαρυσήμαντα γεγονότα περνούν και χάνονται σαν στιγμιότυπα. 

Την ίδια στιγμή,φαινομενικά επουσιώδη συμβάντα εκτείνονται χρονικά και περιγράφονται με πρωτοφανή λεπτομέρεια. Ο διάλογος διατηρεί την εξέχουσα θέση του, απαγκιστρωμένος όμως από λογοτεχνίζουσες ή θεατρογενείς συνιστώσες. Αφήνεται στη φυσική ροή του δρόμου, του φλερτ, της παρόρμησης. Το στυλιζάρισμα ενυπάρχει στα πάντα, γίνεται προτεραιότητα και απώτερος σκοπός και αποκτά τη δική του ταυτότητα, τον δικό του ζωτικό χώρο. Είναι πλέον αμιγώς και αδιαπραγμάτευτα κι-νη-μα-το-γρα-φι-κό.

Το μοντάζ θα γίνει κοφτερό και αναιδές, με 200 σφυγμούς το λεπτό, γεμάτο δίψα για ζωή, περιπέτεια και ερωτισμό. Τα ρακόρ, τα απότομα jump cuts, η ηχητική επένδυση, ανοίγουν νέους ορίζοντες στην κατασκευή και τη θέαση μιας ταινίας. Η δράση θα δραπετεύσει από τα στενά όρια των στούντιο και θα ξεχυθεί στους παρισινούς δρόμους, οι οποίοι θα αποκαλύψουν την ωμή γοητεία τους. Η κάμερα δεν έχει ανάγκη τους τρίποδες και τις ράγες, κυκλοφορεί δίχως χαλινάρια και περιορισμούς. Όλα τα αγόρια θα θέλουν να μιλήσουν, να καπνίσουν και να οδηγήσουν σαν τον Ζαν Πολ Μπελμοντό. Όλα τα κορίτσια θα ζηλέψουν τα ρούχα, το χτένισμα, τις γκριμάτσες της Τζιν Σίμπεργκ.

Μέσα σε όλο αυτό τον οργασμικό ορυμαγδό, ο Γκοντάρ αφήνει τις πρώτες υπόνοιες υπαρξιστικού στοχασμού, στοιχείου που κυριαρχεί στην πρώτη περίοδο του έργου του (πριν τη δριμεία και ολίγον ανοργασμική μαοϊκή πολιτική στράτευση) και βρίσκει μάλλον την κορύφωσή της στην περσόνα του Τρελού Πιερό, έξι χρόνια αργότερα. Ο Γκοντάρ θα προσπαθήσει να ψηλαφίσει το αόρατο, αυτό που ξεπερνά τις σκέψεις και τα αισθήματα, αυτό που υπερβαίνει τα γεγονότα και τις πράξεις. Θα ψάξει να βρει την άχρωμη εκείνη ζώνη που περιλαμβάνει όλη τη χρωματική παλέτα και πάντοτε (ξε)γλιστρά ανάμεσα στα επεισόδια που φτιάχνουν τη ζωή. Προς το παρόν, θα μας μάθει τι θα πει dégeulasse, αφήνοντας μια παραπονιάρικη στερνή πνοή.

Πρώτη δημοσίευση: CineDogs, 3 Δεκεμβρίου 2018