Η Βάσω

του Διγ.

Σώματα πτερόεντα! Αναμφίβολα προκλητικός και αναπόδραστα υπονομευτικός της κοινής αίσθησης και του κοινού νου ο τίτλος του καλαίσθητου βιβλίου και του συνάμα προκλητικού λογοτεχνήματος της Ευθυμίας Γιώσα από τις εκδόσεις Σοκόλη. Καλαίσθητο, διότι, αν και γνωρίζουμε το ρητό de gustibus non disputandum est, είναι απολύτως αναγκαίο και απαραίτητο σε μία εποχή κρίσης, δηλαδή κυριολεκτικά ασχήμιας –ετυμολογικά, η έλλειψη σχήματος και απουσία μορφής– να επισημαίνεται ότι στα χέρια μας κρατάμε ένα όμορφο βιβλίο, με μορφή ευχάριστη και σε σχήμα απολαυστικό, με ένα εξαιρετικό εξώφυλλο και με μία γραμματοσειρά που σε προκαλεί και σε προσκαλεί να αφήσεις ως αναγνώστης το βλέμμα σου να τη χαϊδέψει. Επίσης, πρόκειται για βιβλίο με μία άψογη επιμέλεια και με τον δαίμονα του τυπογραφείου απόντα. Και αυτό είναι η ύψιστη πρόκληση σε μία εποχή της ταχύτητας και της σπουδής με την έννοια της βιασύνης και όχι με την έννοια της μελέτης.

Έφυγε η Βάσω χθες. Ποτέ δεν το περίμενα. Δεν περίμενα δηλαδή να φύγει πριν από μένα. Η Βάσω ήταν παράξενη. Εξ αρχής δεν την είχα πάρει με καλό μάτι. Ούτε και κείνη εμένα βέβαια. Μοναχική φιγούρα. Ή πιο καλά, μονόχνοτη. Η Βάσω έμενε στη διπλανή γκαρσονιέρα, γείτονες ήμασταν. Πέντε χρόνια ένας τοίχος μας χώριζε. Πίσω απ’ την κρεβατοκάμαρά μου ήτανε μάλλον το καθιστικό της, έτσι είχα καταλάβει το ζήτημα της διαρρύθμισης.

Η Βάσω ήταν το αρχέτυπο της γεροντοκόρης. Γύρω στα πενήντα πέντε μ’ εξήντα. Πάντα μόνη ήταν, πάντα καβγατζού. Ακόμα μου τρυπάει τ’ αυτιά η εκνευριστική της η φωνή στους ατέρμονους τηλεφωνικούς καβγάδες με τη μητέρα της. «—Θα πας στο γιατρό που σου είπα, δε θα με σκάσεις εσύ!». Μόνο με τη μάνα της μίλαγε. Τόσα χρόνια άλλος άνθρωπος δε μπήκε σπίτι της. Μια φίλη, ένας ξάδερφος, τίποτα. Και κουτσομπόλα μου φαινόταν. Ήταν δηλαδή. Κρεμιόταν στο χείλος του μπαλκονιού της κι έχωνε βαθιά τα μάτια της στην κουζίνα μου. Κάθε φορά που βάδιζα προς την πόρτα του σπιτιού την ένιωθα να βαριανασαίνει στο ματάκι της πόρτας της· κάποιες φορές, αν είχε ήλιο έβλεπα και τη σκιά που κάναν τα πόδια της.

Ωστόσο, η μεγάλη ρήξη στις ούτως ή άλλως τυπικές μας σχέσεις ήρθε έναν άστατο Σεπτέμβρη. Τότε που για έναν καιρό ταλαντεύτηκα ανάμεσα στη Μαίρη και στην Άρτεμη. Για ένα διάστημα ερχόταν πότε η μία, πότε η άλλη απ’ το σπίτι. Την είχε θορυβήσει τη Βάσω αυτή η κατάσταση. Υπήρχε σ’ όλο αυτό κάτι που δεν καταλάβαινε, κάτι που ξέφευγε φανερά απ’ τους κώδικες της ηθικής της. Αλλά τι να μου πει και τι να κάνει; Σπίτι μου ήταν, δεν την ενοχλούσα, ό,τι ήθελα θα έκανα. Αμ δε! Πάμε ένα μεσημέρι στο κρεβάτι με την Άρτεμη, γδυνόμαστε γρήγορα γρήγορα και ξεκινάμε. Ζέστη πολύ εκείνο το μεσημέρι, υπερβολική για Σεπτέμβρη. Είχα απ’ τα πρώτα λεπτά λουστεί ολόκληρος στον ιδρώτα. Και φώναζε η Άρτεμη, της έβαζα εγώ το χέρι στο στόμα έχοντας κατά νου την ώρα κοινής ησυχίας, μα περισσότερο τη Βάσω, το ’παιρνε για παιχνίδι η Άρτεμη και δώστου να βογκά και να φωνάζει δυνατότερα. Στη μάταιη και φρενήρη προσπάθειά μου να τελειώσω μια ώρα αρχύτερα, να πάψουν οι φωνές, να κοπάσει κι ο ιδρώτας, ξαφνικά ακούμε άναυδοι κάτι να χτυπάει με δύναμη τον τοίχο. Μάλλον σκουπόξυλο. Αμέσως μετά μανιασμένη η φωνή της Βάσως να ουρλιάζει: «Έλεος πια! Σαν τα ζώα! Θα φέρω την αστυνομία!». Σιγή και τέλος άδοξο στο σεξ. Και τι κάνει μετά η αθεόφοβη; Παίρνει τηλέφωνο τη μάνα της, μια γυναίκα κατά τα ογδόντα λογικά, και αρχίζει έξαλλη: «Δεν αντέχω μαμά, δεν αντέχω. Κι εμείς έχουμε τον Αργύρη μας στην Καλαμάτα αλλά δεν κάνει έτσι. Θα του στείλω εξώδικο. Δε σέβονται τίποτα. Δεν πάει άλλο!».

Αφού πέρασα κάνα μήνα αναμένοντας το εξώδικο και αναλογιζόμενος τι είδους απολογία θα ταίριαζε καλύτερα σ’ ένα πιθανό τέτοιο δικαστήριο, ξεφοβήθηκα. Τίποτα δε θα έκανε και τίποτα δεν έκανε εν τέλει. Να μου σπάσει τα νεύρα ήθελε μόνο εκείνο το μεσημέρι. Περιττό να σημειωθεί αλλά έκτοτε κόψαμε και την καλημέρα. Όποτε τυχαία συναντιόμασταν στην είσοδο, έβαζα το κεφάλι κάτω, κάτι ανάλογο έπραττε κι εκείνη και μούγκα. Ή αν δεν προλαβαίναμε να αποστρέψουμε τα μάτια, ανταλλάσσαμε βλέμματα πρόδηλης και μοχθηρής απαρέσκειας.

Ώσπου προχθές βγαίνω στο μπαλκόνι και βλέπω τη Βάσω στο δικό της. Πάω να μπω ξανά μέσα και με φωνάζει με πρωτόγνωρα γλυκό τρόπο. «—Να σας πω λίγο;». Ωχ, σκέφτομαι. Γυρνώ προς το μέρος της και την κοιτώ. Έμοιαζε γερασμένη πρόωρα. Τα μαλλιά της πάλλευκα και το πρόσωπό της σαν άυπνο μέρες. «—Ξέρετε μετακομίζω, φεύγω μεθαύριο και ήθελα να σας πω αν κάποτε σας στενοχώρησα, συγγνώμη». Ενεός εγώ. Κοίτα να δεις κρυμμένη ευαισθησία. Ποια; Η Βάσω. Σοκ. Ολοκληρωτικά απροετοίμαστος καθώς ήμουν για κάτι τέτοιο, της λέω συγκαταβατικά και βιαστικά ένα «δεν πειράζει, όλα καλά» και χώνομαι γρήγορα σπίτι. Το σκεφτόμουν έπειτα το σκηνικό και απορούσα.

Σήμερα σε κάτι αδέσποτα κουτσομπολιά που πήρε τ’ αυτί μου στην πολυκατοικία, έμαθα ότι η Βάσω φεύγει γιατί είναι άρρωστη. Πάγωσα. H κοινή πανανθρώπινη απελπισία μπρος στον φόβο του θανάτου, αυτό το τρομερό μαλακτικό των ψυχών.

Πρώτη δημοσίευση: Σαλιγκάρι, 2 Σεπτεμβρίου 2021