Η οδός της Σαπφούς και το σπίτι της Μαρούς

του Γιάννη Η. Χάρη

Σώματα πτερόεντα! Αναμφίβολα προκλητικός και αναπόδραστα υπονομευτικός της κοινής αίσθησης και του κοινού νου ο τίτλος του καλαίσθητου βιβλίου και του συνάμα προκλητικού λογοτεχνήματος της Ευθυμίας Γιώσα από τις εκδόσεις Σοκόλη. Καλαίσθητο, διότι, αν και γνωρίζουμε το ρητό de gustibus non disputandum est, είναι απολύτως αναγκαίο και απαραίτητο σε μία εποχή κρίσης, δηλαδή κυριολεκτικά ασχήμιας –ετυμολογικά, η έλλειψη σχήματος και απουσία μορφής– να επισημαίνεται ότι στα χέρια μας κρατάμε ένα όμορφο βιβλίο, με μορφή ευχάριστη και σε σχήμα απολαυστικό, με ένα εξαιρετικό εξώφυλλο και με μία γραμματοσειρά που σε προκαλεί και σε προσκαλεί να αφήσεις ως αναγνώστης το βλέμμα σου να τη χαϊδέψει. Επίσης, πρόκειται για βιβλίο με μία άψογη επιμέλεια και με τον δαίμονα του τυπογραφείου απόντα. Και αυτό είναι η ύψιστη πρόκληση σε μία εποχή της ταχύτητας και της σπουδής με την έννοια της βιασύνης και όχι με την έννοια της μελέτης.

Από τη μακρινή Σαπφώ επέζησε ώς σήμερα η «οδός Σαπφούς». Ανάλογα έμεινε κι απ’ τη Λητώ η «οδός Λητούς». Ενώ πάλι η αιδώς κρατάει όλα τα δικαιώματά της, και ειδικά σαν «προσβολή της δημοσίας αιδούς».

Απολιθώματα, όπως λέμε, που έχουν την αδιαφιλονίκητη θέση τους στη γλώσσα τη σημερινή –βεβαίως, πλάι στα απολύτως ζωντανά πλάσματα και ονόματα, που έζησαν και ζουν έξω απ’ τα βιβλία, που δεν είναι είδωλα νεκρά, περίκλειστα στην ιστορία της Τρισχιλιετούς. Γιατί η Σαπφώ δεν έμεινε ανάδελφη, όνομα-λέξη άπαξ. Νά η Θεοφανώ και η Μαντώ. Η θεια-Μαθηνώ του Παπαδιαμάντη και η Μυρτώ τού Άξιον εστί. Αλλά κι η φίλη μου η Μυρτώ, η φίλη μου η Αννιώ και η φίλη μου η Λητώ, κάποια συνάδελφος, γειτόνισσα κ.ά.

Ούτως ή άλλως, η ίδια η Σαπφώ δεν επέζησε μόνο κατεψυγμένη, ή σαν ταμπέλα στη γωνία του δρόμου. Μιλήθηκε και μιλιέται. Γράφτηκε και γράφεται ακόμα. Η ποίηση της Σαπφώς, ο λυρισμός της Σαπφώς, και τόσα άλλα, αλίμονο αν χρειάζονται παραδείγματα. Αλλά και πώς αλλιώς να είχε γίνει, αφού είναι λέξη στο σώμα γλώσσας ζωντανής.

Τι έγινε όμως τώρα, εντελώς πρόσφατα, και άλμα προς τα πίσω ανέσυρε τη γενική σε –ούς και την άπλωσε γενναιόδωρα, μαρμελάδα στο ψωμί των ΜΜΕ ή όπου αλλού: της Σαπφούς και κόντρα της Σαπφούς διαβάζουμε κι ακούμε, όλο και πιο συχνά· της Ερατούς και ξανά της Ερατούς, για την τσιγγανοπούλα Ερατώ του γνωστού σίριαλ (και γιά φανταστείτε, σαν να μην έφτανε το όνομα Ερατώ για τσιγγανοπούλα, φανταστείτε τη μάνα της να φωνάζει, ας πούμε: «μη, αυτό είναι της Ερατούς»)· ή «της Ινούς Αφεντούλη», όπως σημείωνε για τη συνάδελφό του κάποιος δημοσιογράφος, που, δεν μπορεί, θα ήταν και χτες συνάδελφός της, και σίγουρα δεν θα ’λεγε «το ρεπορτάζ της Ινούς» –αν τάχα έτσι λέει τώρα, ή απλώς το γράφει.

Βρήκαμε εδώ το κλειδί; Υπόκειται άραγε και εδώ ο ψυχαναγκασμός του ιδεολογήματος, εν πολλοίς, πως άλλος είναι ο προφορικός και άλλος ο γραπτός μας λόγος; Να ’ναι μια μόδα ακόμη, συνέχεια στα «Μιχαήλ», «Βασίλειος», και «να με λέτε Ιωάννη»; Κάτι σαν λανθάνων, στην καλύτερη περίπτωση, «νεοαττικισμός»;

Γιατί είναι τουλάχιστον περίεργο να παραμερίζεται μεμιάς ολόκληρος γλωσσικός πολιτισμός αιώνων, απ’ τη Σαπφώ και τη Μαντώ και τη Μυρτώ, ώς τη Λενιώ, την Αργυρώ, τη Μαρουσώ. Αλλά μήπως αυτά ακριβώς τα τελευταία, τα υποκοριστικά ή και ολίγον λαϊκά ή «βουκολικά», μήπως αυτά μας κάνουν και ξινίζουμε τα μούτρα και μας χαλούν το λίμπρο ντ’ όρο της φυλής; Και πάμε να εξαφανίσουμε τη θεια τη Μαρουσώ, μπας και απλώσει μακριά τη χέρα και μαγαρίσει το πέπλο της «Σαπφούς»;

Λοιπόν; Βίαιος εξαρχαϊσμός των πάντων; Γιά να δοκιμάσουμε μαζί: της Μαρούς Σεφέρη, της Τασούς Καββαδία, της Φωφούς Βασιλακάκη, της Μαντούς Αραβαντινού, της Ρηνιούς Παπανικόλα, της Ζωζούς Σαπουντζάκη, της Γωγούς Αντζολετάκη, της Μυρτούς, της Κρινιούς, της Λενιούς κ.ο.κ.*

Εκτός κι αν τα κριτήρια είναι ταξικά, ή γενικότερα κοινωνικά. Οπότε τα «ευγενή», αρχαία ή αρχαιοπρεπή ονόματα θα αγλαΐζονται και θα μεγαλύνονται με τη γενική σε –ούς· τα λαϊκά ας μείνουν να κυλιούνται με τη γενική σε –ώς στον Μπύθουλα όπου τα καταδίκασε η εξέλιξη της γλώσσας, έτσι όπως τα χλευάζει, «τα πτωχά», η μαντάμ Σουσού της αρχαιολαγνείας των ημερών.

Ξεχάσαμε μονάχα τη Σαπφώ τη Νοταρά. Που κι αυτή είχε τη χαρά να αξιωθεί μετά θάνατον τη γενική σε –ούς: κάτι για «την ψυχή της Σαπφούς που θα μας βλέπει από ψηλά», είπε πρόσφατα κάποιος ηθοποιός, σε τηλεοπτικό αφιέρωμα στη λαμπρή κωμικό. Όποιος όμως τη γνώριζε, θα ακούει βροντερό το γέλιο της, να ξεχύνεται από ψηλά. Ίνα πληρωθεί το γνωστό γκράφιτι, πως ένα γέλιο θα μας θάψει.

* Μέσα σε τεσσεράμισι μόλις χρόνια, από τότε που γράφτηκε η επιφυλλίδα αυτή ώς την ένταξή της στο βιβλίο, όσα έμοιαζαν με επιστημονική ή αρρωστημένη γλωσσική φαντασία έγιναν πραγματικότητα: και «της Μαντούς» ακούσαμε και ακούμε, και «της Γωγούς» κ.ά. 

Πρώτη δημοσίευση: Τα Νέα, 27 Μαρτίου 1999