Γιατί ξεπουλάνε τα πάντα; Ποιον «σώζουν»;

του Νίκου Μπογιόπουλου

Σώματα πτερόεντα! Αναμφίβολα προκλητικός και αναπόδραστα υπονομευτικός της κοινής αίσθησης και του κοινού νου ο τίτλος του καλαίσθητου βιβλίου και του συνάμα προκλητικού λογοτεχνήματος της Ευθυμίας Γιώσα από τις εκδόσεις Σοκόλη. Καλαίσθητο, διότι, αν και γνωρίζουμε το ρητό de gustibus non disputandum est, είναι απολύτως αναγκαίο και απαραίτητο σε μία εποχή κρίσης, δηλαδή κυριολεκτικά ασχήμιας –ετυμολογικά, η έλλειψη σχήματος και απουσία μορφής– να επισημαίνεται ότι στα χέρια μας κρατάμε ένα όμορφο βιβλίο, με μορφή ευχάριστη και σε σχήμα απολαυστικό, με ένα εξαιρετικό εξώφυλλο και με μία γραμματοσειρά που σε προκαλεί και σε προσκαλεί να αφήσεις ως αναγνώστης το βλέμμα σου να τη χαϊδέψει. Επίσης, πρόκειται για βιβλίο με μία άψογη επιμέλεια και με τον δαίμονα του τυπογραφείου απόντα. Και αυτό είναι η ύψιστη πρόκληση σε μία εποχή της ταχύτητας και της σπουδής με την έννοια της βιασύνης και όχι με την έννοια της μελέτης.

Το δημόσιο χρέος αξιοποιείται ως πρόσχημα για το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας. Υποτίθεται ότι με την ιδιωτικοποίηση, αφενός θα εισρεύσουν έσοδα στα ταμεία του κράτους, αφετέρου το κράτος θα απαλλαγεί από δαπάνες για τη λειτουργία των επιχειρήσεων που θα έχουν ιδιωτικοποιηθεί. Αυτές θα γίνουν πιο… ανταγωνιστικές, θα υπάρξει… ανάπτυξη που θα μοιραστεί σε… όλους. 

Με αυτό τον τρόπο – όπως ισχυρίζονται τα προπαγανδιστικά επιτελεία της εκποίησης – το δημόσιο χρέος θα μειωθεί και μαζί του θα εκλείψουν και τα αίτια της λιτότητας. Μέχρι τότε, όμως, και για όσο θα υπάρχει δημόσιο χρέος, η λιτότητα είναι μια «αναγκαία» πολιτική.

Επομένως – σύμφωνα με την ίδια θεωρία – είναι προς το συμφέρον του λαού που υφίσταται την προ και μετά, την με ή χωρίς Μνημόνια λιτότητα , να γίνουν οι ιδιωτικοποιήσεις, αφού έτσι θα μειωθεί το χρέος και θα πάψει να υφίσταται τη λιτότητα.

Οι ίδιες θεωρίες ξανακούστηκαν με το ξεπούλημα του ΔΕΔΔΗΕ. Οι ίδιες θεωρίες ξανακούγονται τώρα με την επέκταση του ξεπουλήματος της ΔΕΗ.

Η ζωή τι λέει για όλα τα παραπάνω; Η ζωή λέει πως η αλήθεια – θαμμένη βέβαια από εκείνους που κανοναρχούν το δημόσιο λόγο και την ενημέρωση – είναι εντελώς διαφορετική.

Το αποδεικνύουν τα γεγονότα:

Στην Ελλάδα, ειδικά από το 2000 και μετά την είσοδό της χώρας στο ευρώ, έχουμε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων που άλλοτε βαφτίστηκε «μετοχοποίηση», άλλοτε «αποκρατικοποίηση» κι άλλοτε «αξιοποίηση» της δημόσιας περιουσίας. Μετά τα Μνημόνια η ίδια πολιτική ντύθηκε έναν ακόμα ευφημισμό: Την αποκάλεσαν “σωτηρία”…

Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής, που ήταν πάντα πολιτική της εκποίησης, είχαμε τα εξής:

Ξεπουλήθηκαν τα ναυπηγεία. Ξεπουλήθηκε ο ΟΤΕ. Ξεπουλήθηκε ο τραπεζικός τομέας.

Ξεπουλήθηκε η «Ολυμπιακή». Ξεπουλήθηκαν από τους οδικούς άξονες μέχρι η διώρυγα της Κορίνθου. Ξεπουλήθηκε η ΕΥΔΑΠ. Ξεπουλήθηκαν τα «Ελληνικά Πετρέλαια». Ξεπουλήθηκε ο ΟΠΑΠ. Ξεπουλήθηκε η ΔΕΠΑ. Ξεπουλήθηκε η ΕΥΑΘ. Ξεπουλήθηκαν τα λιμάνια. Ξεπουλήθηκε το αεροδρόμιο των Σπάτων. Ξεπουλήθηκαν όλα τα αεροδρόμια. Ξεπουλήθηκαν τα τρένα.

Ξεπουλήθηκε η ΔΕΗ. 

Αυτοί –πρώην, νυν και επόμενοι– που προωθούν το ξεπούλημα των πάντων και παρουσιάζουν αυτή την πολιτική ως «ελιξίριο σωτηρίας» θα πρέπει να απαντήσουν:

β) Αν η ιδιωτικοποίηση «μειώνει» το χρέος, τότε γιατί, μετά από τόσες ιδιωτικοποιήσεις, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα από τα 60 δισ. ευρώ που χρωστούσαν το 2000 να έχουν φτάσει σήμερα τα χρέη τους προς Εφορία και ΕΦΚΑ να ξεπερνούν τα 146,9 δισ. ευρώ; Δηλαδή το χρέος τους να έχει σχεδόν τριπλασιαστεί; Αν, δε, στο χρέος αυτό, προστεθούν τα κόκκινα δάνεια ύψους 110 δισ. ευρώ, που υπάρχουν είτε στις τράπεζες ή έχουν πωληθεί στα funds, οι συνολικές «κόκκινες» οφειλές ξεπερνούν τα 250 δισ. ευρώ, δηλαδή έχουν υπερτραπλασιαστεί μέσα σε δυο δεκαετίες εκποίησης και ιδιωτικοποιήσεων. 

Εν ολίγοις:

Αν το ξεπούλημα το κάνουν για να μειώσουν τα δημόσια χρέη (και όχι για να ενισχύσουν την κερδοφορία της ολιγαρχίας, που της παραδίδουν να ξεζουμίζει ό,τι απέμεινε από τη δημόσια περιουσία, διασφαλίζοντας στους κεφαλαιοκράτες ασφαλείς όρους διοχέτευσης των υπερσυσσωρευμένων κεφαλαίων τους), τότε γιατί όσο μεγαλώνει το ξεπούλημα, τόσο μεγαλώνει και το χρέος;!

Αν το ξεπούλημα γίνεται για να έρθει «ανάπτυξη για όλους», τότε γιατί το μόνο που αναπτύσσεται είναι η φτώχεια, η ανασφάλεια, η μετατροπή των μισθών και των συντάξεων σε φιλοδωρήματα και οι εργασιακές σχέσεις σε σχέσεις ζούγκλας, εκβιασμού, τρομοκρατίας και φεουδαρχικού τύπου εκμετάλλευσης; Συμπέρασμα:

Δεν ξεπουλούν για να «μειώσουν» το χρέος ή τα ελλείμματα.

Αντίθετα:

Οσο περισσότερο ξεπουλούν –στην Ελλάδα, στην ΕΕ, στην Αμερική, στην Γουαδελούπη–, τόσο περισσότερο το χρέος αυξάνεται!

Ξεπουλούν τον δημόσιο πλούτο προσφέροντας σίγουρες «επενδύσεις» για τα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια των κεφαλαιοκρατών παραχωρώντας τους τομείς σίγουρους (ενέργεια, νερό, επικοινωνίες, μετακινήσεις, δάση, υγεία κτλ) από άποψη «πελατολογίου» και άρα κερδοφορίας.  

Το δημόσιο χρέος, με ή χωρίς ιδιωτικοποιήσεις, συνεχίζει να συνιστά «ξεπούλημα του κράτους», να αξιοποιείται ως ένας «από τους πιο δραστικούς μοχλούς της πρωταρχικής συσσώρευσης» του κεφαλαίου μέσα από την κλοπή του λαού αφού πρόκειται για «το μοναδικό κομμάτι του λεγόμενου εθνικού πλούτου, που στους σύγχρονους λαούς ανήκει πραγματικά στο σύνολο του λαού» (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Α’ τόμος, σελ. 779).

Επομένως, δεν ξεπουλούν λόγω του δημόσιου χρέους. Ξεπουλούν λόγω του ταξικού τους χρέους. Το ίδιο ταξικό χρέος που τους καθοδηγεί να αποστερούν το λαό από μισθούς, συντάξεις, κοινωνική φροντίδα, εργασιακά δικαιώματα, το ίδιο αυτό ταξικό χρέος τους καθοδηγεί να αποστερούν το λαό και από τη δημόσια περιουσία του.

Πρώτη δημοσίευση: Ημεροδρόμος, 25 Σεπτεμβρίου 2021