Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Η Σεροτονίνη, ο Μισέλ Ουελμπέκ και οι αλκοολικοί βαθμοί τους

Από την πρώτη πρώτη πρόταση, με το «μικρό λευκό χάπι», το «οβάλ, με μια εγκοπή στη μέση», έως τις τελευταίες παραγράφους, με τον Θεό «που ασχολείται μαζί μας στην πραγματικότητα», αφού «αυτά τα ξεσπάσματα αγάπης που φουσκώνουν στα στήθη μας μέχρι που μας κόβουν την ανάσα […] είναι εξόχως πρόδηλα σημάδια», στη Σεροτονίνητου Μισέλ Ουελμπέκ οι βαθμοί του αλκοόλ συνεχώς ανεβοκατεβαίνουν, ποτέ δε μηδενίζονται, δίνοντας στους πολεμίους του έναν ακόμη λόγο για να συνεχίσουν να είναι πολέμιοί του. 

Μεταξύ κυνισμού και κατάθλιψης, κατηφόρας και αυτοκαταστροφής, ο ήρωας του προκλητικού Ουελμπέκ στη Σεροτονίνη (Εκδόσεις Εστία, 2020, μτφρ: Γιώργος Καράμπελας), ο, συν τοις άλλοις, προβοκάτορας Φλοράν-Κλωντ Λαμπρούστ, μοιάζει να έχει μια κάβα στο… τσεπάκι του. Για παράδειγμα, αρπάζει μια εξάδα μπίρες San Miguel (σ.29), κατεβάζει μπουκάλια μπράντι Cardenal Mendoza (σ.31), παραγγέλνει ένα τριπλό Jack Daniel’s (σ.110). Το αλκοόλ για τον Φλοράν-Κλωντ είναι κάτι σαν ένα ιδιότυπο restart ή ακόμη και reboot, αν θέλουμε να μιλήσουμε στη γλώσσα των «πληροφορικάριων». Σε μια άλλη αναφορά σε μπίρες, λέει, λόγου χάρη, πως «τρεις Λεφ με βοήθησαν να συνέλθω σιγά-σιγά» (σ.299), ενώ σχετικά με το μπράντι Poire Williams παραδέχεται ότι «ξανάρθε γρήγορα στα συγκαλά του» αφότου έβαλε ένα μεγάλο ποτήρι από αυτό.

Μιλώντας για (πολύ) γήινους (γι’ αυτό και τόσο ενοχλητικούς για πολλούς αναγνώστες) δαίμονες, οι οποίοι ενδεχομένως και να είναι απλώς ό,τι συνιστά την «πραγματική πραγματικότητα», ερμηνεύοντας καλύτερα την ευτυχία μετά την έκλειψή της, παραθέτοντας με… ακρωτηριαστική φυσικότητα κοινωνικοπολιτικά αδιέξοδα, τα οποία, ορισμένες φορές, γίνονται αυτομάτως πολύ προσωπικά, ο Ουελμπέκ, διά του μυθιστορηματικού του αντιπροσώπου, προβαίνει σε διαπιστώσεις και για το μεθύσι της νέας γενιάς, της γενιάς μετά από αυτόν: «[…] μεθούσαν βίαια, κατάπιναν ταχύτατα τεράστιες ποσότητες αλκοόλ, λες και για να αποκτηνωθούν το γρηγορότερο δυνατόν, γίνονταν σκνίπα».

Κι ενώ ίσως σκέφτεστε αν υφίσταται κάποια γευστική απόλαυση του αλκοόλ για έναν τέτοιον λογοτεχνικό ήρωα, θα του την… επιβάλλω σχεδόν με το ζόρι παραθέτοντας τις σκόρπιες αναφορές σε κρασιά. Chablis (Βουργουνδία είναι αυτή), Muscadet (Νάντη), Saint-Émilion (Μπορντό) – κι αν είστε αρκετά γενναίοι, κάντε ένα διάλειμμα από το κείμενο και αποφασίστε αν θεωρείτε τη Γαλλία το λούνα παρκ των οινόφιλων. Συναντούμε και λικέρ: Grand Marnier και Guignolet Kirsch [ΣτΕ παραδοσιακό, γαλλικό λικέρ από βύσσινα]. Σε κάποιες σελίδες το κονιάκ έχει τελειώσει και σε άλλες προσφέρεται ένα παγωμένο μπουκάλι σαμπάνια Ruinart. Το όχι και τόσο γνωστό στην Ελλάδα καλβαντός είναι, για τον Φλοράν, «ένα ποτό δυνατό, βαθύ και αδίκως παραγνωρισμένο», ενώ σε μια στάση του στο καφέ Ο’ Ζυλ ανακαλύπτει «μια συνθετική αντίληψη […] στον κατάλογο των κοκτέιλ». Προσωπικά, αποφεύγω τα κοκτέιλ περίπου όπως τα φίδια αποφεύγουν το θειάφι (ίσως φταίει που το πρώτο κοκτέιλ το οποίο δοκίμασα ποτέ ήταν το τόσο μπανάλ Bloody Mary), αλλά δε θα σας στερήσω «ορισμένες αληθινές δημιουργίες όπως η “πράσινη κόλαση” (μαλιμπού, βότκα, γάλα, χυμός ανανά, λικέρ μέντα), το “ζόμπι” (κίτρινο ρούμι, κρέμα βερίκοκου, χυμός λεμονιού, χυμός ανανά, γρεναδίνη) και το εντυπωσιακό όσο και απλό “Bobillot beach” (βότκα, χυμός ανανά, σιρόπι φράουλα)».

Οι ήρωες του Ουελμπέκ δεν τα πάνε τόσο καλά με το μέτρο. Δεν είμαι σίγουρη αν το απορρίπτουν συνειδητά ή αν καταλήγουν να το σνομπάρουν επειδή συνήθως το χάνουν. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω αν έχει κι ιδιαίτερη σημασία. Πιστεύω πως ανοίγονται δύο δρόμοι για τη σχέση ανάμεσα στους τύπους σαν τον Φλοράν και τους αναγνώστες τους: οι πρώτοι είτε ψιθυρίζουν στ’ αυτί των δεύτερων, οι δεύτεροι τους αφουγκράζονται και μιλάμε για ένα κερδισμένο αναγνωστικό στοίχημα είτε τους ουρλιάζουν κατάμουτρα, σαν εφιάλτης, και μιλάμε για χωριστούς αναγνωστικούς δρόμους άπαξ διά παντός – ανεξαρτήτως αλκοολόμετρου.

Πρώτη δημοσίευση: BitterBooze, 19 Σεπτεμβρίου 2022