Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Στη Σκάλα δεν κάθεσαι, γίνεσαι θαμώνας

    Στην Εθνικής Αντιστάσεως 50, στα Γιάννενα, βρίσκεται ένας λόγος για τον οποίο αξίζει να αγαπάς την πόλη.

    Φθινόπωρο στα Γιάννενα, με έναν αδικαιολόγητα ζεστό καιρό, ο οποίος, ακόμη κι αν λέω το αντίθετο, περιμένω να περάσει. Περιμένω να βάλω το κλειδί στη μηχανή του αυτοκινήτου όταν η υγρασία από τη βροχή θα έχει θολώσει τα τζάμια. Κι επιτέλους ήρθε αυτή η μέρα και ξεκινάω για τη Σκάλα. Και δεν υπάρχει ούτε ένας Γιαννιώτης, ή κάτοικος των Ιωαννίνων, ή έστω επισκέπτης της πόλης να αναρωτιέται τι είναι η Σκάλα. Οι υπόλοιποι κάντε υπομονή, θα μάθετε (και ίσως ζηλέψετε) οσονούπω.

    Ένα καλό μπαρ που έχει γίνει στέκι δεν είναι ποτέ μόνο αυτό, είναι πολύ περισσότερα. Για παράδειγμα, είναι μια επίσκεψη εκεί όπου ξέρεις ότι θα βρεις ανταπόκριση, είναι ένα καταφύγιο από τις γκρίζες και τις μαύρες (ενίοτε πολύ μαύρες) σκέψεις, είναι ένα ερμάριο που ανοίγεις για να σπρώξεις όπως όπως εκεί μέσα όσα έγιναν μέσα στη μέρα, είναι ό,τι πιο κοντινό σε «τώρα» και «παρόν» μπορεί να υπάρξει. «Αχρείαστοι λυρισμοί» θα σκεφτείτε και δε σας αδικώ· είναι μέχρι να σας συμβεί και να καταλάβετε. Ούσα Γιαννιώτισσα, η οποία ωστόσο έχει φύγει τα τελευταία δέκα χρόνια από την πόλη, αλλά πάντα επιστρέφει –πώς αλλιώς θα γινότανε άλλωστε;–, θεωρώ τη Σκάλα σημείο αναφοράς τόσο για μένα, δηλαδή προσωπικά, όσο και γενικότερα για τα Γιάννενα. Ακόμη και αντικειμενικά να το δει κάποιος, ένα μπαρ ετών 33 δεν μπορεί παρά να αποτελεί μια σταθερά για έναν τόπο. Μεταξύ μας, είναι ένα χρόνο μεγαλύτερό μου, σαν να λέμε ότι μόλις εγώ γεννιόμουν, εκείνο είχε ήδη στο βιογραφικό του έναν σεβαστό αριθμό άδειων μπουκαλιών, πλυμένων ποτηριών, τριμμένων κελυφών από τα ξηροκάρπια και σβησμένων αποτσίγαρων. Όσο για τις εξομολογήσεις, ούτε καν μπορώ να υπολογίσω πόσες έχουν γίνει από το 1990 έως σήμερα, πόσες στέφθηκαν με επιτυχία και πόσες κατέληξαν σε ένα ακόμη ουίσκι μπας και πάνε κάτω τα φαρμάκια της απογοήτευσης.

    Η Σκάλα, λοιπόν, είναι ένα μπαρ στα Γιάννενα που όλοι ξέρουν και σχεδόν όλοι αγαπάνε. Το εντυπωσιακό δε είναι ότι την αγαπάνε και άτομα μάλλον ετερόκλητα μεταξύ τους. Η αλήθεια είναι ότι, κατά κύριο λόγο, εκεί θα συναντήσεις τους (λιγότερο ή περισσότερο) ιντελεκτουέλ, τους λεγόμενους ψαγμένους, εκείνους που έχουν ένα άλφα αισθητικό κριτήριο, ωστόσο, ειδικά το καλοκαίρι, τα πράγματα μπορεί να μπερδευτούν πιο εύκολα, οι παρέες να ποικίλλουν. Εντούτοις, με το που πας στη Σκάλα κλέβεις κάτι από την αύρα της, ό,τι κι αν είσαι, όπου κι αν ανήκεις. Γιατί η Σκάλα έχει ταυτότητα και άποψη τις οποίες, άπαξ και συνηθίσεις, δύσκολα απαρνιέσαι. Δεν ξέρω αν αυτές έχουν διαμορφωθεί από το όλο στιλ της (βλέπε διακόσμηση και γενικότερη φροντίδα του χώρου), από την εξυπηρέτηση όσων εργάζονται εκεί, από τις καλλιτεχνικές καταβολές της (οι ιδιοκτήτες της, Βασίλης Σιάφης και Γιολάντα Καπέρδα, είναι ηθοποιοί), από κάτι άλλο μεταφυσικό ή από το ότι κάνει τόσο έντονο κοντράστ σε σχέση με (πολλά) άλλα μαγαζιά της πόλης. Βέβαια, αυτή η τελευταία υπόθεση την αδικεί, γιατί πιστεύω ακράδαντα πως, όπου κι αν βρισκόταν η Σκάλα, όποιοι κι αν ήταν οι «ανταγωνιστές» της, εκείνη θα παρέμενε το (υπέροχο) μαγαζί που είναι και σήμερα.

    Φαντάζομαι ότι θα θέλετε να μάθετε αν έχει ενημερωμένη κάβα ή/και ωραίες μουσικές. Θετική είναι (προφανώς) η απάντηση, αλλά επειδή εγώ ακούω και τη Μοσχολιού εκτός από τους Warhaus, μπορώ να έχω καλύτερη άποψη για το κεφάλαιο «Ουίσκι», το οποίο όλο και με βοηθά να εμπλουτίσω ο (μπάρμαν ο) Μάκης. Με τον οποίο, βεβαίως, έτσι αντικριστά που τον έχω να βάζει τις παραγγελίες –πότε πνιγμένος στη δουλειά και πότε χαλαρός–, θα πούμε και τα πολιτικά μας, θα πούμε και τα κουτσομπολιά μας (τι, όχι; ), θα πούμε και τα σοβαρά μας, που μένουν πάντα μεταξύ μας· μέχρι την επόμενη φορά. Από την άλλη, ο (μπάρμαν ο) Σταύρος (που είναι και μουσικός) εκτελεί και χρέη ψυχολόγου αν παραστεί η ανάγκη και μάλιστα το κάνει με μια ουσιαστική σοβαρότητα και με μια συγκινητική γενναιοδωρία, δηλαδή πιο συγκινητική κι από ένα σφηνάκι εκείνου του εκπληκτικού ουίσκι με τη βαθιά γεύση, του οποίου το όνομα αδυνατώ να θυμηθώ, ήταν πάντως το δεκάρι, η ετικέτα ήταν κίτρινη και αν τύχαινε να μπω πίσω από την μπάρα (όλοι έχουμε τους ευσεβείς μας πόθους) θα το εντόπιζα αμέσως. Οι άνθρωποι λοιπόν. Οι άνθρωποι πάντα θα νοηματοδοτούν ή θα απομειώνουν κάθε εγχείρημα. Οι άνθρωποί της είναι αδιαμφισβήτητα το μεγάλο ατού της Σκάλας. Δεν είναι άλλο ένα απρόσωπο μπαρ με τουπέ (βεβαίως μπορεί να έχει κι ένα μπαρ ύφος χιλίων καρδιναλίων), δεν είναι άλλο ένα δήθεν μπαρ, δεν είναι άλλο ένα μοντέρνο πυροτέχνημα στον χώρο της εστίασης. Βέβαια, η Σκάλα δεν είναι μόνο μπαρ, που πάει να πει ότι ανοίγει από τις δέκα το πρωί, και ζητώ ταπεινά συγγνώμη που έχω ρίξει το βλέμμα μου μόνο στα σούρουπα και στις νύχτες, μόνο στον Μάκη και στον Σταύρο, ενώ είναι απολαυστικά και τα πρωινά και τα μεσημέρια, ενώ δουλεύουν κι άλλοι ωραίοι τύποι εκεί.

    Δεν ξέρω αν σας έχει τύχει να μεγαλώσετε μαζί με ένα μαγαζί. Δηλαδή θυμάμαι που πήγαινα στη Σκάλα με την Κωνσταντίνα όταν ήμασταν μαθήτριες στο λύκειο. Θα ήταν (ένας αδυσώπητος) χειμώνας και θα καθόμασταν στον χώρο με το τζάκι και θα γελούσαμε. Ή θα είχε κάπως γλυκάνει ο καιρός και θα καθόμασταν έξω· και πάλι θα γελούσαμε. Κι αργότερα, που εκείνη έφυγε αλλού να σπουδάσει κι εγώ παρέμεινα στην πόλη, συνεχίζαμε και δίναμε ραντεβού στη Νομαρχία για να κατεβούμε μαζί στη Σκάλα, ή στο μικρό θεατράκι απέναντι από τη Σκάλα, που είναι δυο βήματα μακριά. Κι άλλο αργότερα, όταν τελειώσαν κι οι σπουδές, θέλαμε και κάνα χαρτομάντιλο να βρίσκεται εύκαιρο· εγώ δηλαδή, γιατί εκείνη είναι πιο ψύχραιμη. Αλλά και τη Δήμητρα, την άλλη της τότε παρέας, εκεί θα τη συναντούσα ξανά μετά από χρόνια. Αλλά και τη Μαρία με τον Κώστα από τη Θεσσαλονίκη πού να τους συναντήσεις όταν έρχονται το αποκαλόκαιρο στα Γιάννενα; Πολλές συναντήσεις, και όχι μόνο ευχάριστες, αλίμονο,  δε χρειάζεται να τις απαριθμήσω όλες, καταλάβατε τι θέλω να πω.

    Κι αν δεν καταλάβατε, εδώ είμαι να σας το εξηγήσω. Αν κάποια στιγμή στη ζωή σας βρείτε ένα μπαρ στο οποίο μπαίνετε σκασμένοι και βγαίνετε πιο δυνατοί, μην το εγκαταλείψετε. Στην υγεία της Σκάλας, λοιπόν! Να συνεχίζει να μεγαλώνει όμορφα και μαλακά, μακριά από Σειρήνες και με την ίδια πάντα πίστη στην ανθρώπινη επαφή. Γιατί ένα ποτό δεν είναι ποτέ μόνο ένα ποτό. Κι ένα καλό μπαρ που έχει γίνει στέκι δεν είναι ποτέ μόνο αυτό· το επιβεβαιώνουν η αχλή κι η λίμνη.

    Πρώτη δημοσίευση: BitterBooze, 24 Οκτωβρίου 2023