Για το «Φίδι» του Στιγκ Ντάγκερμαν

«Γι’ αυτό θέλω να ξηλώσω κάθε κοτετσόσυρμα που έχει υψώσει ο καθένας γύρω από τον φόβο του, ν’ ανοίξω όλες τις εξόδους για να βγουν τα φίδια από τα γυάλινα βιβάρια τους, να ρίξω σπασμένα γυαλιά στις μπανιέρες όλων εκείνων που λένε ότι έψαξαν και βρήκαν την ευτυχία τους, διότι απαιτεί σκληρή προσπάθεια η αναζήτηση της ευτυχίας, όταν υπάρχουν τόσο πολλοί μόνοι άνθρωποι στον κόσμο» (σελ. 299).

Η ανάγνωση ενός βιβλίου αποτελεί, εκ των πραγμάτων, μια εμπειρία. Η ανάγνωση, ωστόσο, ενός καλού βιβλίου αποτελεί χρονικό πάσσαλο στην καθημερινότητα του αναγνώστη, κάνοντάς τον ν’ αναρωτιέται για την πνευματική του κατάσταση προ και μετά της ανάγνωσης. Η μεγαλόστομη, κλισέ προτροπή «πείτε μας τα βιβλία που άλλαξαν τη ζωή σας» έχει, μέσα στην υπερβολή της, μια δόση αλήθειας η οποία είναι κάθε άλλο παρά αφηρημένη. Το Φίδι δεν είναι απλώς ένα καλό βιβλίο, είναι ένα θρασύ ανάγνωσμα, σφιγμένο σαν γροθιά, θυμωμένο κι ανήσυχο σαν ερωτευμένος που έχασε τα πατήματά του, συχνά υπεροπτικό με την υπεροψία εκείνου που γνωρίζει την αξία του και δεν τον νοιάζει να πείσει κανέναν γι’ αυτή. Κάπου κάπου πιάνεις τον εαυτό σου να νιώθει μια μικρή αντιπάθεια γι’ αυτό, για την αδίστακτη πρόθεσή του να σε ξεβολεύει. «Ως ποιητής, έχω την άποψη ότι δεν είναι καθήκον μου να ηρεμώ τους ανθρώπους και να χτίζω κυματοθραύστες. Αντιθέτως, θεωρώ υποχρέωσή μου, στο μέτρο των δυνατοτήτων μου, να κάνω τους ανθρώπους ανήσυχους και να γκρεμίζω φράγματα», λέει ο Γραφέας στο τελευταίο κεφάλαιο (σελ. 299) και το καταφέρνει.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη, τα «Ιρέν» και «Δεν κλείνουμε μάτι». Το πρώτο βρίθει από ποιητικές μεταφορές και εικόνες –«ο ανεμιστήρας στην οροφή βούιζε σαν μέλισσα που είχε χάσει τον δρόμο της» (σελ. 38), «το καλοκαίρι τής φάνηκε πως κειτόταν νεκρό κάτω από τα ηλιοκαμένα φύλλα της πασχαλιάς» (σελ. 73), «σκύβει πάνω από το στεγνό σαν παξιμάδι έδαφος, όπως σκύβει κανείς πάνω από ένα μωρό» (σελ. 76), «το σούρουπο πέφτει σαν ντροπαλή βροχή τέφρας» (σελ. 111)–, είναι εκείνο στο οποίο πρωτοσυναντούμε το φίδι και το τρωκτικό, ενώ λειτουργεί προπαρασκευαστικά για την ιδιαίτερη ικανότητα του συγγραφέα να καταδύεται στον ψυχισμό των ηρώων του και ν’ αναγνωρίζει τόσες και τόσες, λιγότερο ή περισσότερο, κρυφές πτυχές τους.

Θα υποστήριζα ότι στο δεύτερο μέρος οι συγγραφικές αρετές του Ντάγκερμαν ωριμάζουν, εξελίσσονται και αναδεικνύονται με ακόμη πιο εύστοχο τρόπο. Ό,τι χάνεται σε λυρικότητα κερδίζει σε σημειολογία, το λεξιλόγιο γίνεται αδιαμφισβήτητα σίγουρο για την κάθε λέξη που περιέχει, η πλοκή εντάσσει στη ροή της τις κοινωνικοπολιτικές διερωτήσεις αλλά και διαπιστώσεις, ο ψυχισμός των ηρώων μένει έκθετος μπροστά στα μάτια του αναγνώστη (ο οποίος, αμήχανος, δεν ξέρει πώς να αντιμετωπίσει την ειλικρίνεια και την ευθραυστότητά του), η αγωνία συναντά την κριτική ψάχνοντας απαντήσεις. Κι ο φόβος, πανταχού παρών, γίνεται αιτία κι αφορμή, διέξοδος κι αδιέξοδο, αρχή και τέλος.

Το Φίδι δεν περιμένει εμένα να μιλήσω γι’ αυτό, μιλά από μόνο του, επομένως μη θεωρήσετε σε καμία περίπτωση το παρόν κείμενο ως κριτικό. Δείτε το σαν τον περαστικό που τον σταματά ένα διερχόμενο αυτοκίνητο ταξιδιωτών να τον ρωτήσει για οδηγίες. Είχα κι εγώ χρέος να ενημερώσω τον αναγνώστη που, οδοιπορούμενος, αναζητά ένα βιβλίο ν’ απεχθάνεται τη σοβαροφάνεια, να ψαρεύει σε νερά που πολλοί αγνοούν όχι μόνο το βάθος αυτών αλλά ακόμη και την ίδια τους την ύπαρξη, να κάνει αυτό που κάθε γνήσιο λογοτεχνικό έργο επιτάσσει: να ξεβολεύει.

Πρώτη δημοσίευση: diastixo.gr, 6 Ιουλίου 2018