Διάψευση διηγήματος

Κάποιος κάθεται στην πολυθρόνα με τα μαλλιά του βρεγμένα και διαβάζει
φωναχτά τον «Ψαλμό» του Τρακλ. Στα πόδια του κοιμάται ένας σκύλος
ανασαίνοντας βαριά. Το δωμάτιο θολώνει κατά διαστήματα απ’ τον καπνό
του τσιγάρου. «Είναι ένα φως που το έσβησε ο άνεμος», απαγγέλει κι εγώ
θέλω να τον σκουντήξω και να του ζητήσω να βιαστεί. Δεν έχω ούτε χρόνο
ούτε χώρο για να τον αφήσω ν’ απολαμβάνει ξέγνοιαστος τον ποιητή. Ξέρω
καλύτερα από εκείνον πως «είναι ένας αμπελώνας καμένος και μαύρος»
και πως «στο περιστύλιο φτερουγίζουν πέρα-δώθε οι νυχτερίδες».

Το ξέρω γιατί είμαι εγώ που τον έβαλα να κάθεται στην πολυθρόνα και 
να διαβάζει φωναχτά αυτό το ποίημα έχοντας τα μαλλιά του βρεγμένα, 
το τσιγάρο αναμμένο και τον σκύλο στο πάτωμα να κοιμάται. Τον έκρινα 
κατάλληλο να διαμαρτυρηθεί για το κερί που κάποιος ξέχασε ν’ ανάψει, 
για την ασυνταξία της βούλησης, για το αθώο σφύριγμα ενός μεθυσμένου 
πλάνητα. Τώρα βρίσκομαι έξω από τ’ Όνειρο και βλέπω να παρελαύνουν 
δίπλα μου «άγγελοι με λασπωμένα φτερά». Ούτε αυτή τη φορά κατάφερα
να τους περιποιηθώ. Να έχω προλάβει ν’ ανάψω τον θερμοσίφωνα και να 
τους λούσω σαν να ήτανε μικρά, ανήμπορα παιδιά μου. 

[*Οι στίχοι του Τρακλ είναι μεταφρασμένοι από την Ιωάννα Αβραμίδου]

Πρώτη δημοσίευση: Bibliothèque, 8 Μαΐου 2018