Ασόβαρα μεζεδάκια

του Νίκου Σαραντάκου

Σώματα πτερόεντα! Αναμφίβολα προκλητικός και αναπόδραστα υπονομευτικός της κοινής αίσθησης και του κοινού νου ο τίτλος του καλαίσθητου βιβλίου και του συνάμα προκλητικού λογοτεχνήματος της Ευθυμίας Γιώσα από τις εκδόσεις Σοκόλη. Καλαίσθητο, διότι, αν και γνωρίζουμε το ρητό de gustibus non disputandum est, είναι απολύτως αναγκαίο και απαραίτητο σε μία εποχή κρίσης, δηλαδή κυριολεκτικά ασχήμιας –ετυμολογικά, η έλλειψη σχήματος και απουσία μορφής– να επισημαίνεται ότι στα χέρια μας κρατάμε ένα όμορφο βιβλίο, με μορφή ευχάριστη και σε σχήμα απολαυστικό, με ένα εξαιρετικό εξώφυλλο και με μία γραμματοσειρά που σε προκαλεί και σε προσκαλεί να αφήσεις ως αναγνώστης το βλέμμα σου να τη χαϊδέψει. Επίσης, πρόκειται για βιβλίο με μία άψογη επιμέλεια και με τον δαίμονα του τυπογραφείου απόντα. Και αυτό είναι η ύψιστη πρόκληση σε μία εποχή της ταχύτητας και της σπουδής με την έννοια της βιασύνης και όχι με την έννοια της μελέτης.

Θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι τις περισσότερες φορές οι πιατέλες με τα μεζεδάκια που σερβίρω ταχτικά κάθε Σάββατο μπορούν να χαρακτηριστούν ασόβαρες, εφόσον το Σάββατο συζητάμε συνήθως μαργαριτάρια που έχω (ή που έχετε) ψαρέψει από τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα όλη την προηγούμενη εβδομάδα, επομένως ποιος ο λόγος να χαρακτηριστούν ασόβαρα ειδικώς τα μεζεδάκια τούτης της εβδομάδας. Δεκτή η παρατήρηση, αλλά απάντηση υπάρχει: τούτη την εβδομάδα, τα μεζεδάκια ξεκινάνε με αυτή καθαυτή τη λέξη «ασόβαρος».

Υπάρχει όμως τέτοια λέξη; Σύμφωνα με άρθρο του Πέτρου Μακρή που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην Ελευθεροτυπία, αποτελεί «ξεκαρδιστικό βαρβαρισμό». Λέει συγκεκριμένα ο αρθρογράφος: Έχω ψάξει όλα τα λεξικά της ελληνικής γλώσσας, για να βρω τη λέξη «ασόβαρος». Και οδηγήθηκα στο συμπέρασμα ότι ο ξεκαρδιστικός αυτός βαρβαρισμός χρησιμοποιήθηκε, κατά κόρον, από τον Κώστα Σημίτη, για να επαναληφθεί προσφάτως, και μάλιστα τετράκις, σε μια μόνον ομιλία του, από τον φίλτατο Δημήτρη Παπαδημούλη!

Ο αρθρογράφος δεν τεκμηριώνει τον χαρακτηρισμό του, μάλλον επειδή τον θεωρεί αυτονόητον. Γιατί όμως να είναι «βαρβαρισμός» η λέξη «ασόβαρος»; Είναι σχηματισμένη εντελώς σύμφωνα με τους κανόνες της ελληνικής γλώσσας, με το α- στερητικό και το επίθετο σοβαρός, ασόβαρος είναι ο αντίθετος του σοβαρού, όπως, ας πούμε, ασαφής είναι ο αντίθετος του σαφούς, άπιστος ο αντίθετος του πιστού ή ανίκανος (με το ευφωνικό ν) ο αντίθετος του ικανού. Βαρβαρισμός δεν υπάρχει. Θα παραδεχτώ όμως ότι η λέξη «ασόβαρος» είναι σπάνια, και δεν την έχουν τα περισσότερα λεξικά, οπότε μπορεί να ξενίζει. Και όταν κάποιος έχει φτάσει σε ώριμη ηλικία και θεωρεί ότι είναι επαρκής χειριστής της ελληνικής γλώσσας (πιθανόν να είναι και επαγγελματίας γραφιάς) και ξαφνικά συναντήσει μια καινούργια λέξη, που δεν είναι τεχνολογικός νεολογισμός που περιγράφει κάτι το καινούργιο, συχνά παραξενεύεται, δεν συμφιλιώνεται με τον απροσκάλεστο μουσαφίρη και τον κακοχαρακτηρίζει -ανθρώπινο είναι, άλλοι έχουν γράψει τα ίδια και χειρότερα για τη λέξη «διακύβευμα», που είναι πολύ χρήσιμη.

Πάντως, ο αρθρογράφος δεν έψαξε καλά. Ο ασόβαρος περιλαμβάνεται σε λεξικά της ελληνικής. Αφενός στο ΛΝΕΓ (Μπαμπινιώτη) όπου δεν έχει μεν δικό του λήμμα, αλλά καταχωρείται στο κάτω μέρος της σελ. 294, μαζί με άλλες ανάλογες λέξεις (π.χ. άσμιχτος, ασοβά(ν)τιστος, ασόδιαστος, ασόλιαστος, ασορόπιαστος) που, για οικονομία, δίνονται μονολεκτικά. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η λέξη λημματογραφείται με κανονικό λήμμα στο θαυμάσιο λεξικό του Γεωργακά, που ο πρώτος τόμος του, ο μόνος που έχει εκδοθεί, το γράμμα Α, υπάρχει και ονλάιν, και παρατίθεται και απόσπασμα του Ρένου Αποστολίδη: ε ρε ντροπές, που παθαίνουν ασόβαροι ηγέτες, όταν ασόβαροι σαν κι αυτούς τους παίρνουνε στα σοβαρά. Μια και καταγράφεται η λέξη στο λεξικό του Γεωργακά, που το υλικό του συλλέχτηκε στη δεκαετία του 1960, νομίζω πως ούτε νεολογισμό μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε (αν και χαλαρά έτσι την χαρακτηρίζει ο Νίκος Λίγγρης στη Λεξιλογία). Επίσης, όπως μας πληροφορεί ο φίλος Σάκης Σεραφείμ, πάλι στη Λεξιλογία, τον ασόβαρο τον έχει και το «Αντίστροφο λεξικό» της Άννας Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, το οποίο, πρέπει να πω, έχει πλουσιότατο λημματολόγιο -αλλά βέβαια με απλή παράθεση των λημμάτων, χωρίς ερμηνεία ή τίποτε άλλο.

* Στα νέα ελληνικά, η διπλή άρνηση δεν είναι απλώς θεμιτή, είναι και ο φυσιολογικός τρόπος σύνταξης. «Δεν είδα κανέναν, δεν έμαθα τίποτα, δεν θα γίνει ποτέ, δεν έχει καμιά σχέση αυτό που λες». Στην καθαρεύουσα, φυσικά, η διπλή άρνηση είναι λάθος, κι έτσι λέ(γα)με «ουδεμία σχέση έχει, ουδέποτε θα γίνει αυτό, ουδέν υπέπεσε στην αντίληψή μου». Και οι δυο αυτοί τρόποι είναι μια χαρά. Όμως, μάλλον από επιρροή των αγγλικών, έχει αρχίσει να αναπτύσσεται ένας «τρόμος της διπλής άρνησης», που οδηγεί αφενός σε τέρατα όπως «κανέναν είδα» (αποφεύγουν το «δεν») και αφετέρου να χρησιμοποιούνται άλλες αντωνυμίες που δεν εμπεριέχουν άρνηση. Έτσι, σε πρόσφατο άρθρο διάβασα: . «Θα κάνουμε το παν για να μην πάρουν οποιοδήποτε δήμο οι νεοναζί». Βρίσκω πολύ πιο στρωτό το «να μην πάρουν κανένα δήμο». Αφήνω ότι το οποιοσδήποτε με άρνηση είναι συχνά παραπλανητικό «Δεν σου είπα οτιδήποτε» = σου είπα κάτι συγκεκριμένο. «Δεν πήρα οποιοδήποτε βιβλίο» τι να σημαίνει τάχα; «Δεν πήρα κανένα» ή «Δεν πήρα κάποιο τυχαίο στα κουτουρού, αλλά ένα βιβλίο που το διάλεξα»;

* Το επόμενο μού το έστειλε ένας φίλος από την Κύπρο, είναι απόσπασμα από είδηση του αστυνομικού δελτίου. Έγινε ένας τσαμπουκάς στη Γερμασόγεια, λέει, και τελικά «Η Αστυνομία προχώρησε στην έκδοση εντάλματος σύλληψης και καταζητείται ο 29χρονος ελληνοκύπριος οδηγός για υποθέσεις αμελών κι απερίσκεπτων πράξεων, μαχαιροφορίας προς διέγερση τρόμου, πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς κι επικίνδυνης οδήγησης».  Βρίσκω πολύ γλαφυρή την περιγραφή των αδικημάτων του οδηγού και μου θυμίζει, έστω και αμυδρά, τις διάφορες «Διαταγές της Δημητσάνας» (που κυκλοφορούν και στο Διαδίκτυο).

* Ο δήμαρχος Άνδρου δήλωσε στο χτεσινοβραδινό δελτίο του Σκάι: “τέτοια φαινόμενα [=το να μην κόβουν αποδείξεις οι εστιάτορες κλπ] τα καταδικάζουμε απερίφραστα και ασκαρδαμυκτί”! Αν και με έναν καλό δικηγόρο θα μπορούσε να αθωωθεί, με το επιχείρημα ότι αφού ασκαρδαμυκτί σημαίνει «ατενώς, χωρίς ν’ ανοιγοκλείνει το μάτι», τότε «καταδικάζω ασκαρδαμυκτί» σημαίνει «χωρίς να παίξει το μάτι μου», άρα αποφασιστικά.

* Σε ανάλογα μεζεδάκια που είχα δημοσιέψει πριν από πέντε μήνες, είχα γράψει και το εξής για έναν μύθο σχετικά με «ναρκωμένα παιδιά» που τάχα χρησιμοποιούν οι ζητιάνες στη χώρα μας: Η αποκαρδιωτική ιστορία της εβδομάδας: Κυκλοφόρησε στο ελληνόφωνο φέισμπουκ ένα κείμενο σύμφωνα με το οποίο τα μωρά που κρατάνε στην αγκαλιά τους οι ζητιάνες είναι ναρκωμένα για να μην κλαίνε και τις ενοχλούν κατά την άσκηση του επαγγέλματος (αν και σε μικρές δόσεις το παιδικό κλάμα μάλλον βοηθάει, λέω εγώ με το φτωχό μου το μυαλό). Το κείμενο το δημοσιεύει το lifo.gr (χωρίς το disclaimer που προτάσσεται τώρα), με αποτέλεσμα το νοήμον κοινό, που δεν προσέχει π.χ. την αναφορά σε βότκα, να σκεφτεί ότι το ρεπορτάζ έχει γίνει στην Ελλάδα. Πρόκειται όμως για άρθρο Ουκρανού δημοσιογράφου, ένας Θεός ξέρει πόσο αξιόπιστου, που δημοσιεύτηκε το 2007 και αφορά το Κίεβο. (Ίσως να χρησίμεψε σαν ενδιάμεσο μεταξύ ουκρανικού και ελληνικού άρθρου αυτό το μηχανομεταφρασμένο στα αγγλικά άρθρο). Ταυτόχρονα, το άρθρο, πάντοτε χωρίς αναφορά χρόνου και τόπου, δημοσιεύεται σε διάφορους ιστότοπους, και τελικά μπαίνει και σε δελτία ειδήσεων (έστω και επαρχιακών σταθμών), για να ενημερωθούν όλοι, τάχα ότι είναι είδηση! Φυσικά η Lifo και οι άλλοι ιστότοποι και τα κανάλια δεν δημοσιεύουν την αντίθετη άποψη, ότι “δεν υπάρχουν τσιγγάνοι κροίσοι που να πλουτίζουν από το εμπόριο παιδιών”, κι ας τη δημοσιεύει η έγκυρη Faz, διότι, πώς να το κάνουμε, δεν πουλάει. (Και μετά λέμε γιατί παίρνει 10% η Χρυσή Αυγή).

Δυστυχώς, υπάρχει και συνέχεια. Το βασισμένο στον μύθο ρεπορτάζ στον σταθμό Κρήτη TV μεταδόθηκε τον Μάρτιο. Πεντέμισι μήνες μετά (με ρεφλέξ που θυμίζουν Ραν Ταν Πλαν ή Άβερελ Ντάλτον), ο βουλευτής της ΝΔ Μαν. Κεφαλογιάννης… φέρνει το θέμα στη Βουλή και το ρεπορτάζ επαναλαμβάνεται, και πλέον τα ναρκωμένα παιδιά θεωρούνται κάτι δεδομένο, ιδίως αφού υπάρχει και επιστολή τουρίστριας που τάχα το επιβεβαιώνει.

* Το ιστολόγιο ασχολείται πολύ με τα επαγγελματικά θηλυκά, αποδοκιμάζει τους περιττούς επίκοινους τύπους (η βουλευτής), ιδίως όταν αντικαθιστούν δόκιμους έμφυλους τύπους (η *γενικός διευθυντής αντί του δοκιμότατου «η γενική διευθύντρια») και πολλές φορές προτείνει λύσεις που ξενίζουν κάποιους, αλλά ομολογώ πως η κ. Μάρνυ Παπαματθαίου του ηλεΒήματος μού έβαλε τα γυαλιά, διότι εγώ, αν είχα να γράψω το θηλυκό του «ο αναπληρωτής πρύτανης» θα προβληματιζόμουν ανάμεσα στο «η αναπληρώτρια πρύτανης» και «η αναπληρώτρια πρυτάνισσα», ενώ η κ. Παπαματθαίου πρότεινε το… ρηξικέλευθο «η αναπληρωτή πρύτανη» (προκειμένου για την κ. Τόνια Μοροπούλου του ΕΜΠ, που με είχε φοιτητή της σε ένα κάπως μακρινό παρελθόν). Αν και μάλλον κάτι άλλο ήθελε να γράψει.

* Προχτεσινό κύριο άρθρο της Καθημερινής: «Τέλος ανομίας«.  Η αυθόρμητη αντίδραση των περισσότερων αναγνωστών: Ωχ, τους κερατάδες, κι άλλο τέλος σκαρφίστηκαν να μας βάλουνε!

* Από το in.gr, ειδησάριο που αφηγείται τα βάσανα τουριστών στη Βενετία, που πλήρωσαν έναν υπέρογκο λογαριασμό «εκεί όπου συνήθιζε να πίνει κάθε πρωί τον καφέ του ο μεγάλος γερμανός συνθέτης, Ρίτσαρντ Βάγκνερ». Ναι, αλλά όταν ο Βάγκνερ ήταν στη Γερμανία λεγόταν Ρίχαρντ, όχι Ρίτσαρντ. Ρίτσαρντ ονομάστηκε μόνο από τότε που μετανάστευσε στην Αμερική και πήρε αμερικάνικο διαβατήριο, αλλά τότε ονομαζόταν «Ρίτσαρντ Γουάγκνερ».

[Για να μην το δούμε δημοσιευμένο αλλού, η τελευταία πρόταση είναι ειρωνική -ο Βάγκνερ δεν μετανάστευσε κτλ. στην Αμερική]

* Τα επίθετα σε -ύς βασανίζουν πολλούς, ιδίως στη λόγια γενική πληθυντικού του θηλυκού (συνηθισμένο λάθος το *παχέων αγελάδων) και στον πληθυντικό του ουδέτερου, όπως τις προάλλες, όπου το Σκάι.γκρ έγραψε ότι:

Πρέπει να σημειωθεί πως ειδικά για τους 2 Νομούς της χώρας που διαθέτουν ευρύ νησιωτικά συμπλέγματα, λήφθηκε μέριμνα ώστε να παραμείνουν σε λειτουργία 5 ΔΟΥ στις Κυκλάδες και 2 ΔΟΥ στα Δωδεκάνησα, σε αντίθεση με την πλειονότητα των Νομών της χώρας, όπου πλέον λειτουργεί μόνο 1 ΔΟΥ.

Αλλά και τι να πει, «ευρέα» που είναι το γραμματικά σωστό; Όχι βέβαια, να πει «εκτεταμένα», «εκτενή», κι αν δεν τούρχεται καμιά φαεινή ιδέα να πει «μεγάλα», βρε αδερφέ!

Όσο για την ουσία της είδησης, απορώ. Δηλαδή ο Υδραίος ή ο Μήλιος φορολογούμενος που θα κληθεί να προσκομίσει στη ΔΟΥ τα δικαιολογητικά του, όπως καλούνται χιλιάδες και χιλιάδες, θα μπορεί να κάνει τη δουλειά του στο ΓΕΦ που αντικαθιστά τη ΔΟΥ;

* Και τα σημερινά μεζεδάκια κλείνουν με μια τριπλέτα από μαργαριτάρια του κ. Στέφανου Κασιμάτη, ενός από τους βασικούς τροφοδότες του ιστολογίου, ο οποίος επανήλθε δριμύτερος από την καλοκαιρινή του άδεια και κατάφερε, καταρχάς, να μεταφέρει κοτζάμ Πορτο Κάγιο, λιμάνι της Μάνης, καταμεσίς στο πέλαγο, μια και έγραψε ότι: «Το καλοκαίρι του 1570, λοιπόν, ο στόλος των Ενετών κατέλαβε ένα τουρκικό φρούριο στη Μάνη, στο Πόρτο Κάγιο λίγο νοτιότερα από το ακρωτήριο Ταίναρο». Λίγο νοτιότερα από το Ταίναρο όμως υπάρχει το απέραντο γαλάζιο, διότι το Ταίναρο είναι το νοτιότερο άκρο όχι απλώς της ηπειρωτικής Ελλάδας, αλλά και της βαλκανικής χερσονήσου, και ολόκληρης της ηπειρωτικής Ευρώπης άλλωστε. Εντάξει, απλή παραδρομή είναι, αγγλικό βιβλίο διάβαζε ο κ. Κασιμάτης, έχουν κι οι Άγγλοι την κακή συνήθεια το δικό τους northern να αρχίζει από το ίδιο γράμμα με το δικό μας «νότιος», μπερδεύτηκε ο άνθρωπος, δεν θα τον κρεμάσουμε κιόλας (αν βέβαια το είχε κάνει ο Τσίπρας αυτό το λάθος, θα είχε γράψει τρία άρθρα ο κ. Κασιμάτης).

* Ούτε είναι σοβαρό το δεύτερο λαθάκι της κασιμάτειας τριπλέτας, που το διέπραξε όταν έγραψε τις προάλλες ότι «αυτός ο πελάτης έχει καταβάλλει μεγαλύτερο τίμημα για τον ΟΠΑΠ από την τιμή της αγοράς». Βέβαια, και οι μαθητές του γυμνασίου ξέρουν ότι δεν υπάρχει τύπος «*έχει καταβάλλει», το δίλημμα για ένα ή δύο λάμδα δεν αφορά ποτέ τον παρακείμενο, εκεί χρησιμοποιείται πάντα ο συντελεσμένος τύπος (παρόμοια και στα σύνθετα του άγω, ποτέ δεν λέμε «*έχει παράγει», αλλά ή «έχει παραγάγει» ή, με τον αναλογικό τύπο, «έχει παράξει»). Μπορεί να το ξέρουν και τα παιδιά, αλλά τα πανάκριβα μονμπλάν της δημοσιογραφίας μας αισθάνονται ανασφάλεια με το ένα λάμδα, βάλε κι ένα δεύτερο σου λέει, το πολύ ποτέ δεν έβλαψε.

* Αλλά κι αυτό παρωνυχίδα είναι, ενώ το τρίτο της τριπλέτας είναι μια ωραιότατη κασιματιά, ή τέλος πάντων ένα είδος κασιματιάς. (Κασιματιά λέμε τη χονδροειδή διαστρέβλωση της αλήθειας, ιδίως όταν παίρνει τη μορφή ιστορικού ανεκδότου ή αποφθέγματος -για την ιστορία του όρου δείτε εδώ). Γράφει λοιπόν ο κ. Κασιμάτης, στο τέλος του άρθρου του:

Περί εμπνεύσεων 
Η έμπνευση δεν είναι παρά αέρια που παράγονται στα έντερα, αλλά αντί να αποβληθούν διά της γνωστής οδού καταλήγουν στον εγκέφαλο. Δεν είναι δικό μου αυτό. Το είπε ο Εμμανουήλ Καντ.

Όχι αγαπητέ. Δεν το είπε αυτό ο Εμμανουήλ Καντ. Όπως διεξοδικά ερεύνησε ο φίλος Νίκος Λίγγρης στη Λεξιλογία, ο Καντ δεν έδωσε γενικό ορισμό της έμπνευσης’ αναφέρθηκε ειδικά στις εμπνεύσεις μιας πολύ συγκεκριμένης κατηγορίας ανθρώπων, ορισμένων υποχόνδριων.

Στο πρωτότυπο (Träume eines Geistersehers, erläutert durch Träume der Metaphysik – Κεφ. 5, κάτω-κάτω στη σελίδα):
Der scharfsichtige Hudibras hätte uns allein das Räthsel auflösen können, denn nach seiner Meinung: wenn ein hypochondrischer Wind in den Eingeweiden tobt, so kommt es darauf an, welche Richtung er nimmt, geht er abwärts, so wird ein F–, steigt er aber aufwärts, so ist es eine Erscheinung oder eine heilige Eingebung.

Και σε αγγλική μετάφραση, με εισαγωγή:

This involves a vulgar joke made by Kant. Having at length demolished the pretensions of the mystic and visionary Emanuel Swedenborg, and with him the metaphysicians…, Kant applies to the whole lot of them the judgment of «sharpsighted» Hudibras. They are, he concludes, the sort of hypochondriacs for whom, when they have wind in their intestine, everything depends on the direction it takes: “If it goes downward,” Kant writes, “it becomes a f__. If it goes up, it becomes a vision or holy inspiration.”

Ο Καντ λοιπόν δεν είπε ότι η έμπνευση γενικώς είναι, αέρια που παράγονται στα έντερα κτλ., μίλησε για την έμπνευση ορισμένων υποχόνδριων. Ίσως όμως ο κ. Κ. να κρίνει εξ ιδίων τα αλλότρια, που λέει και το κλισέ….

Υστερόγραφο: Δυστυχώς δεν τελειώσαμε, διότι και το χτεσινό άρθρο του κ. Κασιμάτη περιείχε μια ακόμα βαριά κασιματιά. Γράφοντας για τα συνθήματα στους τοίχους μετά τη μεταπολίτευση, και στη συνέχεια στη δεκαετία του 1980, μας πετάει κατάμουτρα το εξής:

Στα μέσα της δεκαετίας [του 1980] πλέον, κανείς δεν θα σε ενοχλούσε αν έγραφες με ένα σπρέι στον τοίχο ότι «το Πολυτεχνείο ζη». Παρεκτός για να διορθώσει, ενδεχομένως, την ορθογραφία του συνθήματος, καθώς εν τω μεταξύ είχε γίνει και η γλωσσική μεταρρύθμιση με την καθιέρωση της δημοτικής και -για κάποιον απροσδιόριστο πλην δημοκρατικό λόγο- το τρίτο ενικό πρόσωπο ενεστώτος του ρήματος «ζω», δηλαδή «ζη» με περισπωμένη και υπογεγραμμένη, είχε πια αντικατασταθεί από το τρίτο πρόσωπο του ρήματος «ζέω», είχε γίνει δηλαδή «ζει».

Δεν ήξερα ότι έγινε και γλωσσαμύντορας ο κ. Κασιμάτης, αλλά τουλάχιστον να μη λέει ανακρίβειες, διότι βέβαια η δημοτική καθιερώθηκε πολύ νωρίτερα, το 1976, το δε ρήμα «ζέω» και στην καθαρεύουσα και στη δημοτική, είχε τρίτο πρόσωπο «ζέει». Ζει ήταν στα αρχαία και μόνο. (Λέτε ο κ. Κασιμάτης και το ‘πλέει’ να το λέει ‘πλει’;).

Πρώτη δημοσίευση: Ιστολόγιο Νίκου Σαραντάκου, 24 Αυγούστου 2013