Αποποίηση

«Δεν με βοήθησες ούτε καν δίνοντάς μου λίγη ελπίδα».
Χουάν Ρούλφο, Ο κάμπος στις φλόγες

Καμιά φορά σκέφτομαι να ντυθώ Κυριακή, να πάρω μια εφημερίδα παραμάσχαλα και να τραβήξω για κάποιο συνοικιακό καφενείο, που έχει κλείσει εδώ και χρόνια. Να καθίσω σε μια ψάθινη καρέκλα και να ζητήσω έναν σκέτο με καϊμάκι σ’ ένα φλιτζάνι από καιρό θρυμματισμένο.

Χθες, πάλι, πέρασε από το μυαλό μου να γίνω Θέτιδα, να βουτήξω ξανά στα νερά της Στυγός τον Αχιλλέα χωρίς να παραλείψω τούτη τη φορά τη φτέρνα του. Κι ύστερα να ζητήσω συγγνώμη από το βέλος του Πάρη για την αλαζονεία της αέναης αναβολής.

Προ ημερών, επιχείρησα να ισορροπήσω στο γέλιο ενός παιδιού καθώς το άκουγα φευγαλέα να περνά από τις ράγες της τυχαιότητας. Όμως θύμωσα, γιατί το μόνο που κατάφερα, τελικά, ήταν ένα χάδι σ’ εκείνες τις τρίχες της κεφαλής που κείτονται πλέον ανήμπορες πάνω στη βούρτσα, με την οποία χτένισε τα μαλλιά του πριν κοιμηθεί.

Κάποιο απόγευμα, υποδύθηκα τη φλέβα στο μέτωπο του Μιλτιάδη όταν κατατρόπωσε τον Δαρείο. Εκείνη η φλέβα ενέπνευσε τον Κάρολ να τοποθετήσει στη Χώρα των Θαυμάτων του μια περίεργη Βασίλισσα, η οποία πριν πάρει το πρωινό της, φαντάζεται ότι μπορούν να συμβούν έξι αδύνατα πράγματα.

Τώρα, πιστεύω στη νύχτα, που φυγαδεύει τα όνειρά μου και προσπαθώ ν’ αποδεχτώ αυτό που είμαι. Δηλαδή, ένας Καύσωνας με μάτια κίτρινα από την βαναυσότητα του Ήλιου και δύο χέρια ορθάνοιχτα να περιμένουν το φιλοδώρημα της Μοίρας – δεν μπορεί, λέω, θ’ αφήσει και για μένα λίγα ρέστα να πάρω απόψε τσιγάρα.

Ναι, λοιπόν, αγαπητοί μου θεατές. Είμαι ένας διψασμένος Καύσωνας, μια πύρινη ματαιότητα στον Παγκόσμιο Κατάλογο των Ματαιοτήτων, μια μετεωρολογική προειδοποίηση σ’ έναν κόσμο μελαγχολικής αβεβαιότητας.

Αλλά, πάνω απ’ όλα, είμαι ένας Καύσωνας ερωτευμένος με την Παγωνιά, έτοιμος να βουτήξω στα πιο βαθιά πελάγη για να γλιτώσω την αγάπη μου από τις φλόγες των αναλφάβητων, τρομαγμένων φιλιών μου, από τη λάβα των ανέλπιδων προγνωστικών, που διαδίδουν κάποια ξεπεσμένα ξωτικά.

Πρώτη δημοσίευση: ηλεκτρονικό Φρέαρ, 21 Ιουλίου 2017