Αγέραστος λόγος απ’ την Δανία

Εάν δεχτούμε ότι «υπάρχουν μόνο Νέον και Παλαιόν», όπως έγραφε ο Καβάφης στα 1902, «και το ψεύδος είναι απλώς το γήρας της αλήθειας», τότε μπορούμε να φανταστούμε την αλήθεια από την στιγμή που βγάζει τα πρώτα της δόντια μέχρι την ώρα που αφήνει στην άκρη το μπαστούνι της για να καθίσει στην πολυθρόνα, σ’ εκείνη με την κουβέρτα για τα πόδια και το ζεστό χαμομήλι στο διπλανό τραπεζάκι. Κι αν αυτή η ηλικιωμένη κυρία έχει για παρατσούκλι το ψεύδος, έρχονται μερικά λογοτεχνικά έργα να το διαψεύσουν αφού, όσο παλιά κι αν είναι, δεν γερνάνε κι η αλήθεια τους παραμένει μια γοητευτική νεαρά έτοιμη να πλανέψει τον επίδοξο αναγνώστη. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκει ο Μόγκενς του Γιάκομπσεν που κυκλοφόρησε πρόσφατα σε μεστή μετάφραση της Αγγελικής Νάτση.

Ο Γενς Πήτερ Γιάκομπσεν γεννήθηκε το 1847 στην Δανία (σε μια πόλη στη χερσόνησο της Γιουτλάνδης) όπου και πέθανε το 1885 από φυματίωση. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, δείχνοντας ενδιαφέρον για τις σημερινές θετικές επιστήμες· ήταν ο πρώτος που μετέφρασε στα δανέζικα την Καταγωγή των ειδών του Δαρβίνου. Εκτός από την πεζογραφία, έγραψε επίσης ποίηση, ενώ θεωρείται εκπρόσωπος του νατουραλισμού στην Δανία. Στα Ελληνικά κυκλοφορούν δύο ακόμη βιβλία του, τα μυθιστορήματα Νιλς Λυν (μτφρ: Φιφή Βασιλάκη, Εκδόσεις Μέδουσα, 1989) και Οι τρεις γάμοι της Μαρίας Γκρούμπε (μτφρ: Αλέξης Εμμανουήλ, Εκδόσεις Μέδουσα, 2014). Η νουβέλα Μόγκενς δημοσιεύτηκε το 1872 σε λογοτεχνικό περιοδικό και αποτέλεσε την πρώτη (δημοσιευμένη) λογοτεχνική του απόπειρα.


Διαβάζοντας κανείς τον Μόγκενς διαπιστώνει ότι η ευρηματικότητα ενός συγγραφέα δεν αποκαλύπτεται τόσο μέσω της ιδιαιτερότητας  –εκφρασμένης ως πρωτοτυπία–  στη χρήση του λόγου ή στην επιλογή του θέματος, αλλά μάλλον μέσω της (φαινομενικής) κοινοτοπίας. Η φύση, η οποία παίζει σημαίνοντα ρόλο στην εν λόγω νουβέλα, θεωρείται από πολλούς σύγχρονους συγγραφείς, στην καλύτερη των περιπτώσεων, ένα χρήσιμο σκηνικό για να συνοδέψει την ιστορία τους και, στην χειρότερη, ένα ξεπερασμένο θέμα. Ωστόσο, ο Γιάκομπσεν δεν πετυχαίνει μόνο να δημιουργήσει απαράμιλλης αισθητικής και παραστατικότητας περιγραφές της (λ.χ. «φύλλα που είχαν να βρεθούν μαζί απ’ όταν πρωτοβλάσταιναν ξανάσμιξαν μες στο νερό», «ο αέρας ήταν γεμάτος από ήλιο και από τις αντανακλάσεις του λευκού χιονιού που έλιωνε και γινόταν μεγάλες, αστραφτερές σταγόνες, σαν μαργαριτάρια, που γλιστρούσαν από τα παράθυρα») αλλά και να τη χρησιμοποιήσει ως εργαλείο στην ανάδειξη της ψυχολογίας του κεντρικού ήρωα της νουβέλας, δηλαδή οι διακυμάνσεις της φύσης είναι ανάλογες των συναισθηματικών διακυμάνσεων του Μόγκενς. Βέβαια, η φύση χρησιμοποιείται και ως σύμβολο της αυθεντικότητας και της δράσης, πράγμα που γίνεται ιδιαιτέρως εμφανές, πρώτον, στην αντιπαραβολή μεταξύ κήπων και φύσης στις σελίδες 27 και 28 όπου διατυπώνεται η άποψη ότι «οι κήποι δεν ήταν τίποτα περισσότερο από κατεστραμμένη φύση, οι δε κήποι που είχαν ένα συγκεκριμένο στιλ ήταν μια διεστραμμένη εκδοχή της», ενώ η φύση ήταν το «αδέσμευτο» και, δεύτερον, στις σελίδες 93 και 94 όπου η Θόρα λέει: «δεν εννοώ τη φύση που κάθεται κανείς και κοιτάζει από τα παγκάκια και τα παρατηρητήρια, εκεί που την παρουσιάζουν με κάθε επισημότητα». 

Ο έρωτας στον Μόγκενς μοιράζεται κάτι κοινό με τη φύση κι αυτό δεν είναι άλλο από τη μεταμορφωτική του ιδιότητα. Κι όταν ο έρωτας είναι ενεργός και απτός η μεταμόρφωση βαίνει καλώς, όταν όμως πέφτει νεκρός μπροστά στα μάτια του Μόγκενς, ανάμεσα στις φλόγες και το χιόνι, τότε εκείνος «δεν αντέχει να σκέφτεται τι συνέβη, δεν γινόταν να έχει συμβεί», τότε «μένει πεσμένος στα γόνατα κρατώντας τη ματιά του καρφωμένη στον ουρανό, σαν να φοβάται ότι δεν θα δώσει σημασία στις προσευχές του αν δεν τον κοιτάζει συνέχεια». Ο νεαρός άντρας, με αφορμή τον θάνατο, βιώνει τη ζωή σαν αλύτρωτο βάσανο και για να την αντέξει βρίσκει τη λύση στην αποχαύνωση∙ πνευματική και σωματική. Έως ότου ο νιχιλισμός δώσει ξανά θέση στην αισιοδοξία. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει και στα έμμεσα κοινωνικοπολιτικά σχόλια του Γιάκομπσεν ειδικά στο σημείο της στιχομυθίας της Καμίλλα με τον Μόγκενς, με την πρώτη να μην μπορεί να δεχτεί ότι ο δεύτερος δεν ασχολείται με κάτι, αφού, όπως του λέει, «έτσι κάνουν όλοι οι άνθρωποι» συν του ότι «εσείς δεν είστε κυρία» μ’ εκείνον να της απαντά σκωπτικά «όχι, δόξα τω Θεώ». Αλλά και όταν γίνεται συζήτηση σχετικά με τον εκτροχιασμό της συμπεριφοράς του Μόγκενς, κάποιος ισχυρίζεται πως «αν δεν είναι δημοκράτης, τότε πραγματικά δεν έχω ιδέα τι στο καλό είναι». 

Η μεταφράστρια του έργου, Αγγελική Νάτση, έχει καταφέρει να κάνει μια μετάφραση που δεν σκοντάφτει πουθενά, δεν στέκει αμήχανη ή αβέβαιη, δεν απορεί, αλλά γνωρίζει καλά το κείμενο γι’ αυτό κι αναδεικνύει με ισορροπημένο τρόπο και σιγουριά τις αρετές του Γιάκομπσεν. Με τον Μόγκενς ο αναγνώστης αφενός θα πειστεί ότι η αχρονικότητα του χρόνου μπορεί να πραγματωθεί μέσω του λόγου κι αφετέρου θα επαν-ανακαλύψει, με την έννοια της επανα-μάγευσης, την ποικιλία των καρπών που του προσφέρει ο κόσμος του· της ύλης ή του πνεύματος, πικροί ή γλυκοί, γευστικοί ή παντελώς άγευστοι, της στιγμής ή της διάρκειας, τυχαίοι ή προσχεδιασμένοι, όλοι καρποί που περιμένουν αν όχι τη δαγκωματιά του, τουλάχιστον ένα βλέμμα σαν επιβεβαίωση της βλάστησής τους.

Πρώτη δημοσίευση: Αναγνώσεις στην Κυριακάτικη Αυγή, 29 Απριλίου 2018