Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Αυστηρώς προσωπικά στιγμιότυπα από την Κίμωλο

Ι.

Το ξέρουμε πια καλά πως το ταξίδι ξεκινάει απ’ το κατάστρωμα. Την ώρα που σουρουπώνει, και το νησί αργεί ακόμη να φανεί, τα καταστρώματα των πλοίων γίνονται πλωτές πίστες για να χορέψουν, ξέγνοιαστοι πια, οι πόνοι. Σκύβει ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και ταλαντεύονται ελαφρά με τον αέρα, μ’ εκείνον που συνεχώς κάτι απαγγέλλει – ως και τη σιωπή. 

Κι είναι τότε που φαντάζεσαι ότι βρίσκεσαι πάνω στο Rio Grande του Βιζυηνού και δεν αργείς να ψάξεις τη Μάσιγγα, γερμένη στην κουπαστή. Όμως, η «λευχείμων κόρη» σε περιμένει στη στεριά. Ακούει σ’ άλλο όνομα, φοράει την ίδια κάτασπρη περιβολή, και λαμπυρίζει μες στη νύχτα σαν αξεδίπλωτη χαρά. 

ΙΙ.

Είναι λίγο πριν από τα μέσα του Ιούνη –η χαρά ημών των αποσυνάγωγων–, το κυκλαδίτικο φως, που κάποιοι ισχυρίζονται ότι όλα τα σβήνει, δημιουργεί μια εκκωφαντική αντανάκλαση πάνω στ’ άσπρα σπίτια, το ρολόι χτυπάει με συνέπεια στο και μισή και στο ακριβώς κι οι σύρτες έχουν βγει απ’ τις γαλάζιες πόρτες. Στο Χωριό, στην αυλή του σπιτιού της Ταμίλας και της Έλλης, οι οποίες έχουν φροντίσει για κάθε πιθανή ανάγκη του ταξιδιώτη, ακουμπάω, πάνω στο στρογγυλό τραπέζι, το φλιτζάνι με τον πρώτο καφέ της ημέρας. Λίγο αργότερα, θ’ ανακαλύψω τον φούρνο της Χρυσάνθης (μερικοί άνθρωποι, δεν είναι άνθρωποι, είναι πλατάνια) και του Παύλου, το Παραδοσιακό, με τις υπέροχες λαδένιες και κολοκυθένιες και τυρένιες τους, και μ’ εκείνα τα τόσο ισορροπημένα στη γλύκα βουτήματα με κανέλλα.  Θα περάσω ξανά και ξανά το κατώφλι και μόνο την τελευταία ημέρα θα στρέψω το κεφάλι προς τα πάνω και θα χαζέψω τα μικρά και μεγάλα καράβια που έχει φτιάξει ο Παύλος από παλιούς τενεκέδες. 

ΙΙΙ.

Ο Μανώλης βάζει μπρος το λεωφορείο του, προτείνοντας διαδρομές και στάσεις: ΧΩΡΙΟ-ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ, ΕΝΝΙΑΣ, ΑΛΥΚΗ, ΜΠΟΝΑΤΣΑ, ΚΑΛΑΜΙΤΣΙ ή ΧΩΡΙΟ-ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ, ΔΕΚΑΣ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ, ΜΑΥΡΟΣΠΗΛΙΑ ή ΧΩΡΙΟ-ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ, ΨΑΘΗ-ΛΙΜΑΝΙ, ΧΩΡΙΟ-ΜΥΖΗΘΡΟΥ, ΓΟΥΠΑ, ΚΑΡΑΣ, ΚΛΗΜΑ, ΠΡΑΣΑ. Βέβαια, δεν είναι μόνο αυτές. Λόγου χάρη, στον δρόμο για τα Πράσα –με τη λευκή άμμο, που δεν καίει τα πόδια, κι είναι δροσερή όποια ώρα κι αν την πατήσεις–, ο Μανώλης θα σου δείξει κι άλλες παραλίες όπου μπορείς να κατέβεις. Για παράδειγμα, το Κλήμα – τύχη καλή λέω ότι είχα που βούτηξα στα νερά του μόνη, δηλαδή χωρίς να υπάρχει άλλος λουόμενος τριγύρω, με τους γλάρους μόνο παρόντες, να συμπληρώνουν το σάουντρακ των κυμάτων και των τζιτζικιών. Στο Καλαμίτσι, πάλι, στον ίσκιο του χαμηλωμένου δέντρου, μπορείς, ανενόχλητος, να δεις όσα περάσαν, να στεγνώνουν σαν το θαλασσινό νερό στο σώμα, κι όταν πεινάσεις από τον επαχθή απολογισμό, η ομώνυμη ταβέρνα, που βρίσκεται ελάχιστα βήματα από τη θάλασσα, έχει φρέσκο ψάρι κι ωραία χόρτα και τηγανητές πατάτες –και πολλά, πολλά ακόμη– για να χορτάσεις, και μπίρα και τσίπουρο για να δροσιστείς – τα δύο τελευταία μάλλον πρέπει να μπουν με την ανάποδη σειρά (πιθανή διόρθωση για το τσίπουρο, π.χ. να γίνει ούζο, ενημερώνω ευθύς εξαρχής ότι θα απορρίπτεται).

Πριν από το Καλαμίτσι με τα ρηχά νερά, υπάρχει η Μπονάτσα και η Αλυκή – επιβάλλεται να τις απολαύσεις. Στην Αλυκή, δε, στον Σάρδη, έχει νόστιμο φαγητό (για όλους), την Αγάπη να πίνει πορτοκαλάδα, μιλώντας ταυτόχρονα για τον Νικόλα κι επαναφέροντας την Ίρμα στην τάξη (για πολύ λίγους), και την Ευγενία, με τη νεραϊδένια όψη, που ίσως να δοκιμάζει νότες στην κιθάρα και να ντρέπεται, όταν διαπιστώνει, πως κάποιος την ακούει στα κρυφά (για εκλεκτούς).

Στο Ρέμα, στον Καρά, στη Γούπα, λύνεις τα παπούτσια, τα βγάζεις και περπατάς πάνω στα βράχια. Πέφτεις στα νερά, έστω κι αν ο καιρός σήμερα είναι συννεφιασμένος, μόνο που στο ανέβασμα, θα χρειαστεί λίγο να προσέξεις, μην ξεχαστείς και σκίσεις τα γόνατα – τραυματισμοί-σουβενίρ του καλοκαιριού.

Στη μεγάλη αμμουδιά των Ελληνικών, μετατρέπεσαι σε δύτη και συναντάς το παρελθόν, ενώ λίγο πιο πέρα, στα Μαυροσπήλια, έχεις φορτίσει την μπαταρία της φωτογραφικής μηχανής, έχεις ελέγξει στο ημερολόγιο τι ώρα δύει ο ήλιος (20:49) και αναπαριστάς όλα τα κλισέ για το ηλιοβασίλεμα – είναι τόσο όμορφο, που το αξίζει. Ο δικός μου, προσωπικός… «ξεναγός», ο Δημήτρης, έχει τόσο θάρρος ώστε α) να μου παραχωρήσει το τιμόνι, β) να διατηρήσει το χιούμορ του καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής, γ) όχι μόνο να περιμένει για να τραβήξω το «σωστό» καρέ, αλλά ακόμη και να μου προτείνει «κάδρα» – αλίμονο κι αν το τράβηξα, βεβαίως, καθότι το κλείστρο είναι πολύ μικρό για να περάσει από μέσα, αναλλοίωτη και παλλόμενη, η πραγματικότητα.

ΙV.

Η κυρία Βαρβάρα στην Περαντζάδα. Η ίδια η Περαντζάδα. Φαγητό της μαμάς ή της γιαγιάς. Σε μερίδες τόσο χορταστικές όσο αυτές της μαμάς ή της γιαγιάς. Σε ένα μπαλκονάκι με ωραία θέα.

Στον Μποχώρη, με την Καλή Καρδιά του, το πρώτο απόγευμα στο νησί, κρυφακούω μια παρέα 6-7 80χρονων οι οποίοι πίνουν τον απογευματινό τους καφέ. Νιώθω μια επιθυμία να γράψω. Κι έπειτα, συνειρμικά, θυμάμαι τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, σε μια πρόσφατη ραδιοφωνική του συνέντευξη, που έλεγε ότι «ο δρόμος για την τέχνη περνά μέσα και από τα δύο (σ.σ. από το παραδοσιακό και το σύγχρονο) […]· μου αρέσει η μουσική να δίνει κάτι σύγχρονο, κάτι καινούριο, αλλά να έχει και κάτι από το παρελθόν, μια εστία, να μπορώ να γυρίσω και να ζεστάνω τα χέρια μου». 

V.

Γύρω στις 19:00, τα παιδιά παίζουν στο γήπεδο του σχολείου. Τρεις έφηβες κοπέλες μιλούν σιγανά και γελούν, καθισμένες σ’ ένα πεζούλι. Περνώ από το Stavento για ένα (φρέσκο και χειροποίητο) παγωτό στο χέρι – προτού προλάβω να το δοκιμάσω, έχω κιόλας λερωθεί.

VΙ.

Στην Κίμωλο δεν έχει φαρμακείο, αλλά μια υπενθύμιση με ανθρώπινη μορφή, ότι ο ιδεαλισμός κι η προσφορά δεν είναι κάτι γλυκανάλατα αφηρημένο. Ο Νίκος ο φαρμακοποιός δεν είναι απλώς φαρμακοποιός, αλλά μια γεύση από Ροζάβα, κλασική μουσική και συντροφιά, εκείνο το είδος της συντροφιάς που φτιάχνουνε τα λόγια κι η παρέα. Κι ο Ξηροπαΐδης. Α, ναι. Τον χειμώνα έβαλε στον Στέφανο ομιλίες του Ξηροπαΐδη για να παρακολουθήσουν. 

VΙΙ.

Ο Φώτης έχει ένα μηχανάκι, και μια ντουντούκα, κι αυτή την αρχέγονη αγάπη για ό,τι κάνει. Κλισέ, αλλά είναι η ψυχή του θερινού σινεμά στην Κίμωλο. Μέσα στο Κάστρο, σε παραλίες, ακόμη κι εν πλω, ο προτζέκτορας ζεσταίνεται, το κινηματογραφικό πανί τεντώνεται, τα φαναράκια ανάβουν, κι η Ελένη εκεί, να βοηθά σε όλα, για το CineΚαλησπερίτης, μια προσπάθεια των εθελοντών Κιμωλιστών, για την οποία εύχομαι να μην υπάρξει προβολή χωρίς ανταπόκριση. Κατά την παραμονή μου, ο κλήρος έπεσε στον «Ψύλλο» του Δημήτρη Σπύρου το ένα βράδυ και το άλλο, στο «Life of Brian» των Monty Python. Μη βρεθεί επισκέπτης του νησιού να κάνει το λάθος να μην αναζητήσει το πρόγραμμα των ταινιών του Καλησπερίτη.

VΙΙΙ.

Ψάχνω ταιριαστά επίθετα για τις, πάσης φύσεως, συναντήσεις. Διαπιστώνω ότι το «μοιραίος» είναι ένα τέτοιο, αν και το βρίσκω κάπως βαρύγδουπο. Η γαλλική φιλοσοφία του 20ου αιώνα θεωρεί πραγματικές εκείνες τις rencontres που συντελούν στην αλλαγή της ζωής ενός ανθρώπου. Τις περισσότερες φορές, νομίζω πως έρχονται φυσικά, απλά, χωρίς τίποτα το πομπώδες. Κι ίσως πολύ αργότερα γίνεται αντιληπτό πόσο σημαντικές ήταν ή κατέληξαν να είναι. 

ΙΧ.

Και ξύπνα πάλι στο παρόν για τις διαπιστώσεις: δεν υπήρξαν ποτέ αποικιοκράτες και κατακτητές, αφού οι τόποι είναι μπαλόνια κρεμασμένα στα σύννεφα. Είναι κόκκινες ηλιαχτίδες που μυρίζουνε θυμάρι. Είναι το όνειρο που ελπίζεις να δεις κάποιο βράδυ.

Πρώτη δημοσίευση: Andro, 10 Αυγούστου 2021